Σελίδες

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν: Η ΕΒΡΑΙΟΠΟΥΛΑ

Στὸ δη­μο­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νά­με­σα στ’ ἄλ­λα παι­διὰ πή­γαι­νε καὶ μιὰ μι­κρὴ Ἑ­βραι­ο­πού­λα. Ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ ἔ­ξυ­πνο κο­ρι­τσά­κι, ποὺ ὅ­μως εἶ­χε ἀ­πο­κλει­στεῖ ἀ­πὸ ἕ­να μά­θη­μα, τὰ Θρη­σκευ­τι­κά. Για­τὶ τὸ σχο­λεῖ­ο ἦ­ταν χρι­στι­α­νι­κὸ κι αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν Χρι­στια­νή…

Στὰ ἄλ­λα ὅ­μως μα­θή­μα­τα, τὴ Γε­ω­γρα­φί­α, τὰ Μα­θη­μα­τι­κά, ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὴ καὶ ἔ­παιρ­νε εὔ­κο­λα τὰ γράμ­μα­τα.

Ὅ­ταν ἄρ­χι­ζε τὸ μά­θη­μα τῶν Θρη­σκευ­τι­κῶν, ὁ δά­σκα­λος τῆς ἔ­λε­γε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ βι­βλί­α της καὶ νὰ με­λε­τή­σει τὰ ἄλ­λα μα­θή­μα­τα. Ἡ Ἑ­βραι­ο­πού­λα ὅ­μως τὰ δι­ά­βα­ζε γρή­γο­ρα κι ὕ­στε­ρα, ἀ­φή­νον­τας τὰ βι­βλί­α ἀ­νοι­χτὰ μπρο­στά της, πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸν δά­σκα­λο τῶν Θρη­σκευ­τι­κῶν.

-  Δι­ά­βα­ζε, δι­ά­βα­ζε, Σάρ­ρα! τῆς ἔ­λε­γε ἐ­κεῖ­νος σο­βα­ρά.

Μὰ ἐ­κεί­νη ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο πά­λι σή­κω­νε τὰ με­γά­λα μαῦ­ρα μά­τια της καὶ τὸν κοί­τα­ζε…

Μιὰ φο­ρὰ γιὰ νὰ τὴ δο­κι­μά­σει, ὁ δά­σκα­λος τῶν Θρη­σκευ­τι­κῶν τὴ ρώ­τη­σε κι ἐ­κεί­νη ἀ­πάν­τη­σε κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους συμ­μα­θη­τές της. Τὰ εἶ­χε προ­σέ­ξει ὅ­λα ὅ­σα εἶχε πεῖ ἐ­κεῖ­νος καὶ τὰ εἶ­χε κλεί­σει στὴν καρ­διά της.

Ὁ πα­τέ­ρας τῆς Ἑ­βραι­ο­πού­λας, ἕ­νας κα­λὸς καὶ θρη­σκευ­ό­με­νος ἄν­θρω­πος, ὅ­ταν ἔ­στει­λε τὴν κό­ρη του στὸ σχο­λεῖ­ο, εἶ­χε βά­λει ὅρο νὰ τὴν ἀ­πο­κλεί­σουν ἀ­πὸ τὸ μά­θη­μα τῶν Θρη­σκευ­τι­κῶν. Ἡ μι­κρὴ ὅ­μως πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ τό­ση προ­σο­χὴ τὸ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο μά­θη­μα, ὥ­στε μιὰ μέ­ρα ὁ δά­σκα­λος πῆ­γε στὸν πα­τέ­ρα της καὶ τοῦ εἶ­πε ἢ νὰ πά­ρει τὴν κό­ρη του ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο ἢ νὰ τὴν ἀ­φή­σει νὰ γί­νει Χρι­στια­νή.

-  Δὲ μπο­ρῶ πιά, τοῦ εἶ­πε, νὰ βλέ­πω ἀ­δι­ά­κο­πα μπρο­στά μου τὰ μά­τια αὐ­τοῦ τοῦ παι­διοῦ, ποὺ μὲ κοι­τά­ζουν μὲ τό­ση λα­χτά­ρα, μὲ τό­ση ἀ­γά­πη γιὰ τὰ λό­για τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου…

Ὁ πα­τέ­ρας τό­τε τοῦ ἀ­πάν­τη­σε κλαί­γον­τας:

- Ἐ­γὼ δὲν ξέ­ρω καὶ πολ­λὰ γιὰ τὴ θρη­σκεί­α τῶν προ­γό­νων μου. Ἡ γυ­ναί­κα μου ὅ­μως, ἡ μη­τέ­ρα τῆς Σάρ­ρας, ἦ­ταν μιὰ πι­στὴ κό­ρη τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ καὶ τῆς ὑ­πο­σχέ­θη­κα τὴν ὥ­ρα ποὺ πέ­θαι­νε, νὰ μὴν ἀ­φή­σω πο­τὲ τὸ παι­δί μας νὰ γί­νει Χρι­στια­νή. Καὶ πρέ­πει νὰ κρα­τή­σω τὸν λό­γο μου!

Ἔ­τσι ἡ μι­κρὴ Ἑ­βραι­ο­πού­λα ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ἀ­φή­σει τὸ σχο­λεῖ­ο τῶν Χρι­στια­νῶν.

Πέ­ρα­σαν χρό­νια…

Σὲ μιὰ ἐ­παρ­χια­κὴ πό­λη δού­λευ­ε ὑ­πη­ρέ­τρια μιὰ νε­α­ρὴ Ἑ­βραί­α. Τὰ μαλ­λιά της ἦ­ταν μαῦ­ρα ὅ­πως ὁ ἔ­βε­νος καὶ τὰ μά­τια της, μαῦ­ρα καὶ φω­τει­νά, ἦ­ταν με­γά­λα καὶ γλυ­κά.

Ἦ­ταν ἡ Σάρ­ρα. Ἡ ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της εἶ­χε μεί­νει παι­δι­κή, ὅ­πως τό­τε ποὺ κα­θό­τα­νε στὸ θρα­νί­ο καὶ ἄ­κου­γε τὸν Χρι­στια­νὸ δά­σκα­λό της.

Κά­θε Κυ­ρια­κὴ οἱ δρό­μοι τῆς μι­κρῆς πο­λι­τεί­ας πλημ­μύ­ρι­ζαν ἀ­π’ τοὺς ὑ­πο­βλη­τι­κοὺς ἤ­χους τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ὀρ­γά­νου ποὺ ἔ­παι­ζε στὴ Μη­τρό­πο­λη. Ἡ νε­α­ρὴ ὑ­πη­ρέ­τρια ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε τὴ δου­λειά της στὸ σπί­τι ποὺ τὴν εἶ­χαν προσ­λά­βει. «Νὰ τη­ρεῖς ἱ­ε­ρὴ τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ Σαβ­βά­του», ἔ­λε­γε μέ­σα της ἡ φω­νὴ τοῦ ἑ­βρα­ϊ­κοῦ Νό­μου. Τὸ Σάβ­βα­το ὅ­μως ἦ­ταν ἐρ­γά­σι­μη μέ­ρα γιὰ τοὺς Χρι­στια­νούς. «Νὰ με­τρά­ει τά­χα ὁ Θε­ὸς τὶς ἡ­μέ­ρες καὶ τὶς ὧ­ρες;» ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν συ­χνὰ ἡ νέ­α. Καὶ μὲ τὴ σκέ­ψη αὐ­τὴ πα­ρη­γο­ρι­ό­ταν ποὺ δὲ γι­όρ­τα­ζε τὴν Κυ­ρια­κὴ μὲ τοὺς Χρι­στια­νούς, οὔ­τε τὸ Σάβ­βα­το μὲ τοὺς Ἑ­βραί­ους. Δι­ά­βα­ζε μο­νά­χα τὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, τὸν θη­σαυ­ρὸ αὐ­τὸν τοῦ λα­οῦ της καὶ ἤ­ξε­ρε τώ­ρα πὼς δὲν ἔ­χει δι­καί­ω­μα νὰ δι­α­βά­σει τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, για­τὶ ὁ πα­τέ­ρας της εἶ­χε τά­ξει στὴ μη­τέ­ρα της νὰ μὴν τὴν ἀ­φή­σει πο­τὲ νὰ γί­νει Χρι­στια­νή… Τὰ λό­για ὅ­μως τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, ποὺ τὰ εἶ­χε ἀ­κού­σει ἄλ­λο­τε ἀ­π’ τὸν δά­σκα­λο, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ ἀν­τη­χοῦν μὲς στὴν καρ­διά της σὰ μιὰ μα­κρι­νὴ παι­δι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση, ποὺ τὴν τύ­λι­γε ἡ νο­σταλ­γί­α τῶν παι­δι­κῶν της χρό­νων.

Ἕ­να βρά­δυ κα­θό­ταν σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς αἴ­θου­σας μα­ζὶ μὲ τ’ ἀ­φεν­τι­κά της. Ὁ κύ­ριος δι­ά­βα­ζε μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν ἦ­ταν ἀπ’ τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο καὶ ἡ Σάρ­ρα μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ἀ­κού­σει.

Ἦ­ταν μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ κά­ποι­ον Οὖγ­γρο ἱπ­πό­τη, ποὺ εἶ­χε πια­στεῖ αἰχ­μά­λω­τος ἀ­πὸ ἕ­ναν Τοῦρ­κο πα­σά. Ὁ Τοῦρ­κος τὸν εἶ­χε ζέ­ψει στὸ ἀ­λέ­τρι μα­ζὶ μὲ τὰ βό­δια καὶ τὸν χτυ­ποῦ­σε μὲ τὸ μα­στί­γιο χω­ρὶς λύ­πη­ση, ὥ­σπου ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει αἷ­μα ἀ­π’ τὶς πλη­γές του. Ἡ πι­στὴ γυ­ναί­κα τοῦ ἱπ­πό­τη πού­λη­σε ὅ­λα τὰ χτή­μα­τά της καὶ δα­νεί­στη­κε καὶ ἄλ­λα λε­φτὰ ἀ­π’ τοὺς φί­λους του γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει τὰ λύ­τρα ποὺ ζη­τοῦ­σε ὁ πα­σάς, γιὰ νὰ ἀ­φή­σει ἐ­λεύ­θε­ρο τὸν ἄ­τυ­χο ἄν­τρα της. Ἔ­τσι ἡ κα­λή του γυ­ναί­κα κα­τόρ­θω­σε νὰ τὸν ἐ­ξα­γο­ρά­σει ἀ­π’ τὸν πα­σά.

Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα κη­ρύ­χτη­κε πά­λι πό­λε­μος καὶ ὁ ἱπ­πό­της στά­θη­κε πιὸ τυ­χε­ρὸς αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Σὲ μιὰ μά­χη ποὺ νί­κη­σαν οἱ Χρι­στια­νοί, ὁ ἱπ­πό­της ἔ­πι­α­σε αἰχ­μά­λω­το τὸν πα­σά, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὸν εἶ­χε ἄλ­λο­τε βα­σα­νί­σει. Ὅ­ταν ἔ­φε­ραν τὸν αἰχ­μά­λω­το Τοῦρ­κο μπρο­στά του, ὁ ἱπ­πό­της τὸν ρώ­τη­σε:

- Ξέ­ρεις τώ­ρα τί σὲ πε­ρι­μέ­νει;

- Ναί, ξέ­ρω! ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­σάς. Θὰ μ’ ἐκ­δι­κη­θεῖς!

- Ναί, θὰ σ’ ἐκ­δι­κη­θῶ! τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ Οὖγ­γρος. Θὰ σ’ ἐκ­δι­κη­θῶ ὅ­μως σὰ Χρι­στια­νὸς ποὺ εἶ­μαι. Ὁ Χρι­στός μας ἔ­χει προ­στά­ξει νὰ συγ­χω­ροῦ­με τοὺς ἐ­χθρούς μας καὶ ν’ ἀ­γα­ποῦ­με τὸν πλη­σί­ον μας σὰν τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό μας, για­τὶ ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γά­πη! Πή­γαι­νε στὸ κα­λό, γύ­ρι­σε στὴν πα­τρί­δα σου καὶ κοί­τα­ξε ἄλ­λη φο­ρὰ νὰ εἶ­σαι σπλα­χνι­κὸς σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ ἔ­χου­νε τὴν ἀ­νάγ­κη σου!

Ὁ αἰχ­μά­λω­τος, σὰν ἄ­κου­σε τὰ λό­για αὐ­τά, ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει.

- Ποῦ νὰ βά­λω στὸν νοῦ μου τό­σην ἀν­θρω­πιά! ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε.  Ἐ­κεῖ ποὺ πε­ρί­με­να μαρ­τύ­ρια καὶ πῆ­ρα τὸ δη­λη­τή­ριο ποὺ ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου γιὰ νὰ γλυ­τώ­σω ἀ­π’ τὴν ἐκ­δί­κη­σή σου, ἐ­σὺ μοῦ χα­ρί­ζεις τὴ ζω­ὴ καὶ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α! Τώ­ρα ὅ­μως εἶ­ναι ἀρ­γὰ πιά… Σὲ λί­γες ὧ­ρες θὰ εἶ­μαι νε­κρός… Πρὶν πε­θά­νω, ὡ­στό­σο, θέ­λω νὰ γί­νω Χρι­στια­νός, θέ­λω νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω Ἐ­κεῖ­νον, ποὺ ἔ­χει σκορ­πί­σει τό­ση ἀ­γά­πη στὸν κό­σμο! Θέ­λω νὰ πε­θά­νω Χρι­στια­νός…

Καὶ ἔ­τσι πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­γι­νε.

Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ δι­ά­βα­σε ὁ κύ­ριος τῆς Σάρ­ρας ἀ­π’ τὸ πα­λιὸ βι­βλί­ο. Ὅ­λοι ὅ­σοι τὴν ἄ­κου­σαν συγ­κι­νή­θη­καν πο­λύ, πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως ἡ Σάρ­ρα, ἡ Ἑ­βραι­ο­πού­λα, ποὺ κα­θό­τα­νε στὴ γω­νιά της κι ἔ­κλαι­γε ἀ­πὸ τὴ συγ­κί­νη­ση καὶ ἀ­πὸ τὴ νο­σταλ­γί­α, κα­θὼς ἀ­να­θυ­μό­ταν τὰ παι­δι­κά της χρό­νια καὶ τὰ λό­για τοῦ κα­λοῦ της δα­σκά­λου.

Ὡ­στό­σο τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἀν­τή­χη­σαν μέ­σα της καὶ τὰ λό­για τῆς μη­τέ­ρας της, ποὺ τὰ εἶ­χε πεῖ στὸν πα­τέ­ρα της:

«Νὰ μὴν ἀ­φή­σεις τὸ παι­δί μας νὰ γί­νει Χρι­στια­νή!»

Ἀ­μέ­σως ὕ­στε­ρα ἡ Σάρ­ρα ἄ­κου­σε τὴ φω­νὴ τοῦ ἑ­βρα­ϊ­κοῦ Νό­μου: «Τί­μα τὸν πα­τέ­ρα σου καὶ τὴ μη­τέ­ρα σου!»

Καὶ ἡ Σάρ­ρα ἄρ­χι­σε τό­τε νὰ σκέ­φτε­ται: «Οἱ Χρι­στια­νοὶ δὲ μὲ δέ­χον­ται στὴν κοι­νω­νί­α τους. Ἀ­πὸ μι­κρὴ στὸ σχο­λεῖ­ο, τὸ νοι­ώ­θω κα­λὰ πὼς μὲ πα­ρα­με­ρί­ζουν. Ἡ θρη­σκεί­α τους ὅ­μως εἶ­ναι παν­το­δύ­να­μη καὶ μί­α της ἀ­χτί­δα ἔ­χει φω­τί­σει βα­θιὰ τὴν καρ­διά μου κι ἂς κλεί­νω τὰ μά­τια γιὰ νὰ μὴν τὴν ἰ­δῶ».

»Δὲν πρό­κει­ται ὅ­μως νὰ σὲ στε­νο­χω­ρή­σω στὸν τά­φο σου, κα­λή μου μη­τέ­ρα! συ­νέ­χι­σε τοὺς συλ­λο­γι­σμούς της ἡ Σάρ­ρα. Δὲ θὰ πα­τή­σω τὸν λό­γο ποὺ σοῦ ἔ­δω­σε ὁ πα­τέ­ρας! Θὰ μεί­νω πι­στὴ στὸν Θε­ὸ τῶν προ­γό­νων μας!»

Πέ­ρα­σαν πά­λι ἀρ­κε­τὰ χρό­νια…

Ὁ κύ­ριος τῆς Σάρ­ρας πέ­θα­νε. Ἡ χή­ρα του ἔ­μει­νε χω­ρὶς πό­ρους κι ἔ­τσι ἀ­ναγ­κά­στη­κε ν’ ἀ­πο­λύ­σει τὴν ὑ­πη­ρέ­τριά της. Ἡ Σάρ­ρα ὅ­μως δὲ δέ­χτη­κε ν’ ἀ­φή­σει τὴν κυ­ρί­α της, ἔ­γι­νε μά­λι­στα τὸ με­γά­λο της στή­ριγ­μα στὰ γε­ρά­μα­τά της. Πῆ­ρε δου­λει­ὲς στὸ σπί­τι, δού­λευ­ε ὣς ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα κι ἔ­τσι ἔ­βγα­ζε ἀρ­κε­τὰ γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ συν­τη­ρεῖ τὴ γριὰ κυ­ρί­α της.

Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἀρ­ρώ­στη­σε καὶ ἔ­με­νε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, ἡ Σάρ­ρα πή­γαι­νε καὶ τὴν ἔ­βλε­πε τα­χτι­κά, τὴ φρόν­τι­ζε σὰ νά ‘ταν μη­τέ­ρα της καὶ ἔ­γι­νε πραγ­μα­τι­κὰ ὁ προ­στά­της της ἄγ­γε­λος.

- Ἐ­κεῖ στὸ τρα­πέ­ζι εἶ­ναι τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, τῆς εἶ­πε κά­ποι­α βρα­διὰ ἡ ἄρ­ρω­στη. Δι­ά­βα­σέ μου ἀ­πὸ ‘κεῖ… Ἡ ψυ­χή μου εἶ­ναι κου­ρα­σμέ­νη καὶ δι­ψά­ει γιὰ ἕ­ναν λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου!

Ἡ Σάρ­ρα ἔ­σκυ­ψε τὸ κε­φά­λι. Πῆ­ρε ὡ­στό­σο τὸ Ἱ­ε­ρὸ Βι­βλί­ο τῶν Χρι­στια­νῶν, τὸ ἄ­νοι­ξε καὶ δι­ά­βα­σε τῆς ἄρ­ρω­στης. Κα­θὼς δι­ά­βα­ζε, ἔ­λε­γε μέ­σα της: «Μὴ φο­βᾶ­σαι, μη­τέ­ρα, ἡ κό­ρη σου δὲ θὰ βα­φτι­στεῖ Χρι­στια­νή… Θὰ τι­μή­σω τὴ θέ­λη­σή σου ἐ­δῶ στὴ γῆ.  Πέ­ρα ἀ­π’ αὐ­τὸ ὅ­μως, στὸν ἄλ­λο κό­σμο, ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ὁ ἴ­διος γιὰ ὅ­λους… Κι ἐ­κεῖ μὲ πε­ρι­μέ­νει ὁ Χρι­στός! Νὰ τὸ ξέ­ρεις…»

Καὶ προ­φέ­ρον­τας τὸ πα­νά­γιο Ὄ­νο­μά Του ἡ Σάρ­ρα ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρη. Κά­τι σὰ βά­φτι­σμα ἀ­πὸ φλό­γες τὴν κυ­ρί­ε­ψε καί, νι­κών­τας τὸ σῶ­μα της, τὴν ἔ­κα­με νὰ λι­πο­θυ­μή­σει.

Ἡ ἄρ­ρω­στη, κα­θὼς τὴν εἶ­δε νὰ λι­πο­θυ­μᾶ, σκέ­φτη­κε:

- Τὴν κα­η­μέ­νη τὴ Σάρ­ρα! Πα­ρα­κου­ρά­στη­κε φρον­τί­ζον­τάς με…

Τὴν πή­γα­νε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κι ἐ­κεῖ ἡ Σάρ­ρα πέ­θα­νε. Τὴν κη­δέ­ψα­νε ὄ­χι στὸν πε­ρί­βο­λο τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου, ὅ­που ἀ­να­παύ­ον­ται μό­νο οἱ Χρι­στια­νοί, μὰ ἀ­νοίξαν τὸν τά­φο της ἔ­ξω, κον­τὰ στὸν τοῖ­χο…

Ὁ ἥ­λιος τοῦ Θε­οῦ ὅ­μως, ποὺ φω­τί­ζει ὅ­λο τὸν κό­σμο, χά­ι­δευ­ε μὲ τὶς ἀ­χτί­δες του τὸν τά­φο τῆς Ἑ­βραι­ο­πού­λας, ὅ­πως δὰ καὶ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους τά­φους… Καὶ ὅ­ταν γι­νό­ταν πα­ρά­κλη­ση πά­νω ἀ­πὸ τοὺς ξέ­νους τά­φους, οἱ ψαλ­μοὶ ἔ­φτα­ναν καὶ στὸν μο­να­χι­κὸ καὶ ἀ­πό­με­ρο τά­φο τῆς Σάρ­ρας, γιὰ νὰ τῆς φέ­ρουν τὸ με­γά­λο μή­νυ­μα τῆς Ἀ­νά­στα­σης, μιὰ καὶ ἡ Ἑ­βραί­α ἤ­ξε­ρε πιὰ κα­λὰ τὰ λό­για τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ ὁ Κύ­ριος τὰ εἶ­χε πεῖ στοὺς ἀ­πο­στό­λους Του:

«Ὁ Ἰ­ω­άν­νης σᾶς βά­φτι­σε μὲ νε­ρό, ἐ­γὼ ὅ­μως θὰ σᾶς βα­φτί­σω μὲ τὴ φω­τιά!» (Ματθ. 3, 11).

Πηγή: Χὰνς Κρίστιαν Ἄντερσεν, ΑΠΑΝΤΑ, τ. Ε΄, ἐκδόσεις Ι. Δ. ΑΡΣΕΝΙΔΗ, Ἀθήνα. 

Ἱστορίες γιὰ (μικρὰ καὶ μεγάλα) παιδιά

 

Ἀντιγραφή-Ἐπιμέλεια: «Ἀντιύλη» - Ἱ. Ν. Ἁγίου Βασιλείου, Πρέβεζα.

E-mail: antiyli.gr@gmail.com.

Σχόλιο ἀπὸ «Ἀντιύλη»: Ὁ Παράκλητος, ἡ Θεία Χάρη, δρᾶ κυριαρχικά, ἐλεύθερα καὶ ὄχι δουλικά. Δὲν ὑπόκειται, ἀλλὰ ὑπερβαίνει (ὅπου δεῖ) τὰ σχήματα τοῦ νῦν αἰῶνος. Ἀναζητεῖ τὰ ἐσκορπισμένα πρόβατα γιὰ νὰ τὰ φέρει στὴ μία ποίμνη τοῦ Χριστοῦ.

«Τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰω. 3, 8). Καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα πνέει σὲ ὅσους θέλει, ὅταν θέλει, σὲ ὅσο βαθμὸ θέλει, μὲ σκοπὸ νὰ ὁδηγήσει στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὄχι σὲ κάποια θολὴ θρησκευτικότητα.

Ὑπάρχει, πλὴν τοῦ κανονικοῦ βαπτίσματος, τὸ βάπτισμα αἵματος (μάρτυρες) καὶ τὸ βάπτισμα πυρός. «Αὐτὸς ἡμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί» (Λουκ. 3, 16). Ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν (Πεντηκοστὴ) εἶναι βάπτισμα πυρός. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ ἡ ἐπισκίασή της ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ Ὑψίστου (Εὐαγγελισμὸς) εἶναι ἕνα εἰδικὸ βάπτισμα ποὺ ἔλαβε μόνο ἡ Παναγία μας (Λουκ. 1, 35).

Κάθε ἄνθρωπος ποὺ εἶναι «ἐκ τοῦ Θεοῦ» καὶ «ἐκ τῆς ἀληθείας», ἀκούει καὶ ἀποδέχεται τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, ὅπου κι ἂν βρίσκεται, ὅπως ἔγινε μὲ τὴ Σάρρα τῆς ἱστορίας τοῦ Ἄντερσεν. «Τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει» (Ἰω. 8, 47· 18, 37· 10, 27). Ἡ δύναμη τοῦ λόγου του εἶναι καταλυτική. Ὅταν κάποιος ἀγαπάει πραγματικὰ τὸ καλό, τὴν ἀλήθεια, ὁ Θεός, «οἷς ἐπίσταται κρίμασι», μὲ τρόπους ποὺ μόνο αὐτὸς γνωρίζει, θὰ τὸν ἑλκύσει «πρὸς ἑαυτόν», ὅσα ἐμπόδια καὶ ἂν παρεμβληθοῦν ἀνάμεσά τους.

Ὁ Ἄντερσεν μᾶς ἐκπλήσσει εὐχάριστα μὲ τὸ ὡραιότατο παραμύθι του. Στηρίζεται ἄραγε σὲ πραγματικὴ ἱστορία; Καθόλου ἀπίθανο. Ἂν ὄχι, ὑποκλινόμαστε στὴν ἐμπνευσμένη φαντασία του. Ὅπως κι ἂν ἔχει, εἶναι συγκλονιστικό!

Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, Υἱός καί ἐδόθη ἡμῖν»

— Ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά. Ἑορτάζουμε καί πάλι τά Χριστούγγενα, τήν «Ἑορτήν τῶν Ἑορτῶν», κατά τήν ρήση τοῦ Ἁγίου Πατρός Ἰωάννου ...