«Ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με, τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»
Σάββατο 11 Μαρτίου 2023
Η μπουγάδα της γειτόνισσας
Καθώς έτρωγαν πρωινό στο νέο τους σπίτι, η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τη γειτόνισσα που εκείνη την ώρα άπλωνε την μπουγάδα της.
«Α, τα ρούχα δεν είναι πολύ καθαρά, σχολίασε. Η γειτόνισσα δεν προσέχει την καθαριότητα, δεν πλένει καλά τα ρούχα. Πρέπει να χρησιμοποιεί περισσότερο σαπούνι».
Ο σύζυγος κοίταξε την μπουγάδα, αλλά δε είπε τίποτα.
Κάθε φορά που η γειτόνισσα άπλωνε την μπουγάδα, η γυναίκα έκανε τα ίδια σχόλια.
Ένα μήνα αργότερα, ένιωσε μεγάλη έκπληξη όταν είδε ότι τα ρούχα που είχε απλώσει η γειτόνισσα ήταν πιο καθαρά από τις προηγούμενες φορές, και είπε στον άντρα της:
«Για δες! Η γειτόνισσα έμαθε επιτέλους να πλένει! Αναρωτιέμαι ποιος την έμαθε».
«Ξέρεις, ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί και καθάρισα τα τζάμια μας!» γύρισε και της είπε ο άντρας της.
πηγή
Τετάρτη 8 Μαρτίου 2023
Ο Καθηγητής και ο Βαρκάρης
Ζήτησε από τον βαρκάρη να του κάνει το γύρο της λίμνης για να ξεκουραστεί και να απολαύσει τη σπάνια ομορφιά της. Ο βαρκάρης ανταποκρίθηκε με πολύ προθυμία. Όταν απομακρύνθηκαν από την ακτή, ο καθηγητής άρχισε τις πειρακτικές ερωτήσεις του.
— Φίλε μου, γνωρίζεις μαθηματικά, τον ρώτησε.
— Όχι, απάντησε συνεσταλμένα ο βαρκάρης.
— Έχεις χάσει το ένα τέταρτο της ζωής σου, ήταν η απάντηση του καθηγητή.
— Μήπως ξέρεις αστρονομία; συνέχισε το πείραγμα.
— Όχι, απάντησε ο βαρκάρης.
— Έχεις χάσει τα δύο τρίτα της ζωής σου. Τότε θα γνωρίζεις φιλοσοφία.
— Όχι, απάντησε και στην τρίτη ερώτηση ο βαρκάρης.
— Κρίμα! Έχεις χάσει τα τρία τέταρτα της ζωής σου, αποφάνθηκε ο σοφός καθηγητής.
Ο αγέρας σφύριζε δαιμονισμένα. Απεγνωσμένα προσπαθούσε ο βαρκάρης να κρατήσει τη βάρκα του. Γύρισε τότε προς τον καθηγητή και τον ρώτησε:
— Καθηγητά μου, ξέρετε να κολυμπάτε;
— Όχι, απάντησε εκείνος ξέψυχα.
— Λυπάμαι, αλλά εσείς χάσατε όλη σας τη ζωή!
Ένα δυνατό κύμα αναποδογύρισε τη βάρκα…
Μάθε να κολυμπάς…
Είναι στη φύση μου να βοηθάω
| Είναι στη φύση μου να βοηθάω |
Ο ένας μοναχός, αμέσως τον άρπαξε και προσπάθησε να τον αφήσει δίπλα στην όχθη.
Αλλά ο σκορπιός τον τσίμπησε. Καθώς συνέχισε να πλένει την κούπα του, ο σκορπιός και πάλι έπεσε στο νερό.Ο μοναχός και πάλι τον έσωσε, ενώ ο σκορπιός και πάλι τον τσίμπησε.
Ο άλλος μοναχός τον ρώτησε: «Aδελφέ μου, γιατί συνεχίζεις να τον βοηθάς, δεν ξέρεις πως είναι στην φύση του σκορπιού να τσιμπάει;»
«Είναι όμως στη δική μου φύση να βοηθάω» απάντησε ο μοναχός.
.
πηγές
agiameteora
hristospanagia
Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022
Τα φιδάκια της Παναγίας
Τα φιδάκια της Παναγίας, στο Μαρκόπουλο της Κεφαλληνιάς: ένα θαύμα που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες και συγκινεί κάθε πιστή ψυχή… ένα κείμενο που έγραψα για τα παιδιά
Αυγουστιάτικο απόγευμα και η Παράκληση της Παναγίας στην εκκλησία του χωριού μόλις τελείωσε. Ο Ιωάννης, ο Πέτρος και η Μαρία ,αφού προσκύνησαν την ομορφοστολισμένη εικόνα της Κοίμησης, παίρνουν το δρόμο για το σπίτι τους με τον παππού και τη γιαγιά τους.
- Παππού, να πάμε από το δρόμο με τα εκκλησάκια, για να ανάψουμε και τα καντηλάκια; φωνάζει χαρούμενα η Μαρία.
- Βεβαίως, αν το θέλετε να πάμε, συμφωνεί ο παππούς.
Στα παιδιά αρέσει πολύ αυτή η διαδρομή και χαίρονται πολύ να ανάβουν τα καντηλάκια στα μικρά προσκυνητάρια που συναντούν στο δρόμο.
- Μόνο να προσέχετε πολύ τα χόρτα, γιατί μπορεί να κρύβονται φίδια, τους λέει η γιαγιά καθώς άρχισαν να μαζεύουν αγριολούλουδα από την άκρη του δρόμου.
- Πω, πω, τα φοβάμαι πολύ τα φίδια!, φωνάζει τρομαγμένος ο μικρός Πέτρος.
- Ξέρετε όμως ότι υπάρχουν και κάποια φιδάκια που δεν είναι καθόλου επικίνδυνα; Αλλά είναι λίγο μακριά, στην Κεφαλλονιά, και βγαίνουν μόνο για λίγες μέρες το Δεκαπενταύγουστο, λέει ο παππούς.
- Να μας πεις την ιστορία τους, παρακαλούν όλα μαζί, γιατί ο παππούς πάντα έχει κάποια ωραία ιστορία να τους διηγηθεί.
Ο παππούς με χαρά αρχίζει να τους διηγείται:
«Στο Ναό της κοιμήσεως της Θεοτόκου στο χωριό Μαρκόπουλο της νότιας Κεφαλλονιάς, 25 χλμ από το Αργοστόλι, συμβαίνει κάθε χρόνο, από τις 6 έως τις 15 του μήνα Αυγούστου, ένα θαυμαστό γεγονός που οι κάτοικοι έχουν συνδέσει με την εικόνα της Παναγίας.
Στην κατάφυτη πλαγιά όπου είναι κτισμένο το χωριό συνέβη πριν πολλά χρόνια το θαύμα που σχετίζεται με την εικόνα της Παναγίας.
Φαίνεται πως ένα δέντρο που είχε τυλιχτεί στις φλόγες έκανε τους κατοίκους να πιστέψουν πως είχε ξεσπάσει πυρκαγιά στο δάσος.
Όταν όμως έφτασαν στο σημείο αντίκρισαν το θαυμαστό γεγονός. Ενώ το δέντρο είχε κατακαεί ως τη ρίζα του, πάνω του ήταν ακουμπισμένη η εικόνα της Παναγίας, που η φωτιά δεν είχε καν αγγίξει.
Οι κάτοικοι γεμάτοι συγκίνηση, αφού προσκύνησαν την εικόνα, τη μετέφεραν στην εκκλησία του χωριού, όπου και οι υπόλοιποι είχαν την ευκαιρία να την προσκυνήσουν.
Το επόμενο πρωί όμως και ενώ οι επισκέπτες πλήθαιναν, διαπιστώθηκε ότι η εικόνα έλειπε. Τελικά, μετά την κινητοποίηση των πιστών η εικόνα βρέθηκε στην αρχική της θέση. Ήταν και πάλι τοποθετημένη στη ρίζα του καμένου δέντρου.
Η εικόνα της Παναγίας επανήλθε στην εκκλησία, όπου και κλειδώθηκε. Το ίδιο όμως συνέβη τρις φορές ακόμη. Η εικόνα εξαφανιζόταν και βρισκόταν και πάλι στο καμένο δέντρο. Αυτό το γεγονός έκανε τους κατοίκους να πιστέψουν πως ήταν θέλημα της Παναγίας να βρίσκεται εκεί και γι’ αυτό έκτισαν εκκλησία στο σημείο και τοποθέτησαν εκεί την εικόνα Της.
Τα φιδάκια
Αργότερα στη περιοχή κτίστηκε γυναικεία Μονή, οι μοναχές της οποίας φρόντιζαν την εικόνα. Κάποια μέρα καθώς πλησίαζαν πειρατικά πλοία και οι πειρατές κατευθύνονταν προς τη Μονή προκειμένου να την λεηλατήσουν, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην Παναγία για να προστατέψει τις ίδιες και το μοναστήρι.
Τότε συνέβη το θαύμα. Το μοναστήρι κυκλώθηκε από φίδια που έτρεψαν τους πειρατές σε φυγή. Αυτό θεωρήθηκε σημάδι από την Παναγία. Έτσι οι μοναχές και η Μονή σώθηκαν.
Από τότε κάθε χρόνο εμφανίζονται φίδια, ακόμα και στο εσωτερικό της εκκλησίας (κρέμονται ακόμα και από τις εικόνες, τις καντήλες ή τα στασίδια), τα οποία αναχωρούν στις 15 Αυγούστου.
Αν κάποια χρονιά δεν εμφανιστούν τα φιδάκια προμηνύεται κάτι κακό για το νησί, όπως το 1940 και το 1953, οπότε το νησί επλήγη από σεισμούς.
Κανείς από τους ειδικούς που έχουν εξετάσει τα φιδάκια δεν μπορεί να τα κατατάξει σε κάποιο από τα γνωστά είδη. Αυτά είναι γκρίζα, λεπτά και το μήκος τους δεν ξεπερνά το ένα μέτρο. Το δέρμα τους είναι βελούδινο και στο κεφάλι, όπως και την άκρη της γλώσσας τους, σχηματίζεται ένας μικρός σταυρός.
Όπως είναι ευρύτερα γνωστό τα φιδάκια θεωρούνται θαυματουργά και ακίνδυνα, γι’ αυτό και οι πιστοί τα αγγίζουν χωρίς φόβο. Άλλωστε αποτελούν και έναν από τους κυριότερους λόγους που κάποιος επισκέπτεται το Δεκαπενταύγουστο το νησί.»
Ακούγοντας την ιστορία με τα φιδάκια και αφού η γιαγιά άναψε τα τρία καντηλάκια στα προσκυνητάρια που βρήκαν στο δρόμο, φτάσανε ενθουσιασμένα τα παιδιά στο σπίτι.
- Θα ήθελα πολύ να πάμε στην Κεφαλλονιά, να πιάσουμε και να χαϊδέψουμε τα φιδάκια της Παναγίτσας, φωνάζει ο Πέτρος.
- Μακάρι η Παναγία να σας αξιώσει και να δείτε από κοντά το θαύμα. Πάντως, όπως ξέρετε, τα θαύματα της Παναγίας μας είναι αμέτρητα. Και πάντα τρέχει σαν καλή μανούλα δίπλα μας. Σαν μανούλα να την καλείτε και να της μιλάτε σε όλη σας τη ζωή, τους συμβουλεύει με αγάπη η γιαγιά.
Ελάτε τώρα να σας δείξω μερικές φωτογραφίες και να δούμε ένα βίντεο με τα φιδάκια.
Τα παιδιά παρακολουθούν με πολύ ενδιαφέρον και χαρά. Ακόμα και τα φίδια γίνονται ήμερα για χάρη της Παναγίτσας! Τι καλή Μανούλα που έχουμε!!!
Aλεξάνδρα Χοροζίδου Τσανακτσίδου
Η ιστορία για τα παιδιά από momyof6
Κυριακή 15 Μαΐου 2022
Η Θεραπεία του Παραλύτου της Βηθεσδά
Η θαυματουργική επέμβαση του Κυρίου είναι καταπληκτική. Έδωσε στον παράλυτο την εντολή: «Στάσου στα πόδια σου, σήκωσε το κρεβάτι σου στον ώμο και πήγαινε». Ο παράλυτος έγινε αμέσως καλά, γιατί η θεϊκή δύναμη του Χριστού τον είχε θεραπεύσει. Όλος ο κόσμος δοκίμασε μεγάλη χαρά, εκτός από τους Φαρισαίους, που θύμωσαν πολύ και πήραν την απόφαση να βρουν την ευκαιρία για να σκοτώσουν τον Ιησού.
Μετά το θαύμα ο Κύριος συνάντησε και πάλι το θεραπευμένο παραλυτικό. Του φανέρωσε μια μεγάλη αλήθεια: «Κοίταξε, του λέγει, έγινες καλά. Να μην αμαρτάνεις πια, για να μη σου συμβεί τίποτα χειρότερο». Ο Κύριος υπογραμμίζει σ' όλους μας ότι ο παράλυτος ήταν άρρωστος από τις αμαρτίες του. Η αμαρτία είναι μεγάλη αρρώστια της ψυχής και έχει κακά αποτελέσματα και στο σώμα του ανθρώπου.
Μακάρι και εμείς να εμπιστευόμαστε από την παιδική μας ηλικία ολόκληρη τη ζωή μας στον Ιησού Χριστό. Δηλαδή να εφαρμόζουμε εκείνο που υποσχόμαστε στη θεία Λειτουργία: «Και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» (= να παραδώσουμε). Θα έχουμε τη βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι μαζί μας. Μας προστατεύει από κάθε κακό και μας δυναμώνει να ξεπερνάμε κάθε δοκιμασία και δυσκολία στη ζωή μας (θλίψη, αρρώστια, κ.ά.).
Δευτέρα 24 Μαΐου 2021
Το ξερό αντίδωρο
Η ιστορία, που θα σας αφηγηθώ είναι πέρα για πέρα αληθινή, όσα απίστευτα στοιχεία και αν έχει. Συνέβη στις αρχές Δεκέμβρη 2007.
Οι έννοιες και οι φροντίδες της καθημερινότητας με είχαν καταβάλει εκείνο τον καιρό και ιδιαίτερα κάποιες οικογενειακές υποθέσεις μου είχαν προκαλέσει μεγάλη στεναχώρια. Τέλος πάντων σκεφτόμουν, τα έχει αυτά η ζωή. Αυτό, όμως, που ένοιωσα εκείνο το πρωί ήταν για μένα -έτσι σκεφτόμουν τότε- τελειωτικό.
Δεν ήθελα με κανένα τρόπο να το χάσω, αν και οικονομικά ήμουν σε πολύ δύσκολη κατάσταση, αφού βασιζόμουν μόνο στο μισθό μου. Τέλος πάντων ζήτησα από την υπηρεσία δάνειο, για το οποίο μου κρατάνε κάθε μήνα 250 ευρώ από το μισθό.
Μόλις το εισέπραξα σε μετρητά πήγα στην τράπεζα και έστειλα 6.000 ευρώ σε έναν θείο, που είχε καταβάλει εγγύηση για να μη γίνει η κατάσχεση και τα υπόλοιπα 14.000 θα τα έβαζα σε λογαριασμό της τράπεζας, τον οποίο όμως δεν είχα και έπρεπε να τηλεφωνήσω να μου τον πουν. Και ώσπου να τελειώσω με όλα αυτά η τράπεζα έκλεισε.
Έτσι σκέφθηκα να αφήσω τα χρήματα, μαζί με όλα τα χαρτιά, όπως ήταν,μέσα στο αυτοκίνητό μου, στο τσεπάκι της πόρτας του οδηγού. Εκεί ποιός να τα πειράξει. Άλλωστε πρωί-πρωί θα πήγαινα να τα καταθέσω. Ποτέ δεν είχα χάσει κάτι από το αυτοκίνητο. Μάλιστα τα έβαλα σε ένα φάκελο από αυτούς των δημοσίων υπηρεσιών καθώς τους φύλαγα, όταν η ταμίας μας πλήρωνε και μας έβαζε τα χρήματα στο φάκελο.
Εγώ πάντα της γκρίνιαζα γι’ αυτό ότι ο τρόπος αυτός είναι απαρχαιωμένος, αλλά εκείνη εξακολουθούσε το σύστημά της. Έτσι κρατούσα τους φακέλους κι όλο και κάπου μου χρησίμευαν. Ίσως σας κουράζω με λεπτομέρειες αλλά θα δείτε παρακάτω γιατί σας τις αναφέρω.
Εκείνο το πρωί λοιπόν ξεκίνησα να πάω στη τράπεζα για την κατάθεση των χρημάτων. Το αυτοκίνητο, ενώ συνήθως το παρκάρω στην πυλωτή της πολυκατοικίας, εκείνο το βράδυ το είχα παρκάρει λίγο παραπέρα από το σπίτι, γιατί κάποιος μου είχε πιάσει το πάρκιν. Πηγαίνω εκεί που το είχα παρκάρει, πολύ κοντά στο σπίτι και σε σίγουρο μέρος, αλλά το αυτοκίνητο πουθενά. Κοπήκανε τα πόδια μου. Δεν ήταν δυνατόν.
Στη γειτονιά. Λίγα μέτρα από το σπίτι.
Ποτέ κανείς δεν είχε παραπονεθεί
για κλοπές. Είμαστε ήσυχη γειτονιά. Κόντεψα να τρελαθώ. Δεν ήταν μόνο το
αυτοκίνητο που έχασα, κι αν το εύρισκα και πως θα το εύρισκα, και πως θα
πηγαίνω στη δουλειά και πως θα πηγαίνει ο γιος μου στο σχολείο που τον πήγαινα
εγώ κάθε πρωί, δεν ήταν που δεν είχα καθόλου χρήματα να αγοράσω άλλο, ήταν ότι
είχα μέσα και τις 14.000 ευρώ. Πήγα να τρελαθώ πραγματικά.
Και εκτός αυτού και το σπίτι θα έχανα, αφού δεν πρόλαβα να στείλω τα χρήματα στην τράπεζα. Και το αυτοκίνητο και τα χρήματα, αλλά και θα μου κρατούσαν κι από τον μισθό μου 250 ευρώ το μήνα γι’ αυτό το δάνειο. Τρελάθηκα. Ένοιωσα δύσπνοια, κιτρίνισα. Γύρισα στο σπίτι και κάθισα μουδιασμένη. Τώρα τι να κάνω. Παίρνω αμέσως το 100 και καταγγέλλω τη κλοπή. -Τι να σας πω κυρία μου, μου λέει στην άλλη άκρη της γραμμής ο αστυνομικός, στην Αθήνα κάθε μέρα κλέβονται 100 αυτοκίνητα.
Θα δώσουμε τα στοιχεία στα περιπολικά κι αν τύχει και πέσουμε επάνω.. αν είστε
τυχερή… πηγαίνετε και στο αστυνομικό τμήμα να κάνετε και μήνυση κατά αγνώστων.
Όλα μαύρα… Πηγαίνω στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής μου, κι εκεί τα ίδια.
Εκεί ένα παιδί, νέος αστυνομικός, μου φέρνει ένα μπουκαλάκι νερό -πως θα με
είδε το παιδί- και μου λέει.
– Ηρεμήστε μπορεί και να το βρείτε…
Γυρίζω σπίτι και περιμένω…Στη στιγμή άρχισα να σκέφτομαι τα γεγονότα. Πως συνέβη αυτό, γιατί συνέβη αυτό, γιατί ο Θεός να μου δώσει αυτή τη δοκιμασία…Εκεί μου ήρθε τότε στο νου μια κουβέντα, που μου είχε πει ένα σεβάσμιος γέροντας κάποτε, που πήγα κοντά του να εξομολογηθώ. Ήμουν τότε πολύ στενοχωρημένη και ανήσυχη για τα παιδιά μου, για τη ζωή μου…έκλαιγα, μιλούσα κι έκλαιγα…τότε μου λέει.
– Μην κλαις. Ο Θεός μας δίνει τις δοκιμασίες για κάποιο λόγο. Είναι, όμως, πατέρας μας και αγαπάει τα παιδιά του. Το καλό μας θέλει. Πρέπει να του έχουμε εμπιστοσύνη. Για κάποιο λόγο μας τα στέλνει όλα τούτα. Μην κλαις. Είναι αμαρτία, γιατί δείχνεις ότι δεν τον εμπιστεύεσαι…Να κάνεις την προσευχή σου και να αφήνεσαι με εμπιστοσύνη στο θέλημά του.
Εγώ, όμως, είμαι ένας άνθρωπος κοσμικός.
Ψάχνω βέβαια τα πνευματικά μονοπάτια, αλλά πολύ μικρή είναι η πίστη μου. Θυμήθηκα τα λόγια τούτα του γέροντα και σκέφτηκα ξανά τα γεγονότα κάτω από άλλη ματιά. Για ποιό λόγο γίνονται όλα, για κάποιο λόγο μας στέλνει ο Θεός τις δοκιμασίες. Για λίγο όμως, γιατί ξανά με κυρίευσε η απελπισία, αλλά πάλι ξανασκέφτηκα τα λόγια του γέροντα.. Και τότε ξαφνικά θυμήθηκα ότι μου είχε δώσει μια προσευχή να διαβάζω στα δύσκολα αλλά… και στα εύκολα μου είχε πει.
Έψαξα πού την είχα καταχωνιάσει εδώ και τόσα χρόνια -θα είχαν περάσει 8-9 χρόνια από τότε. Τη βρήκα όμως, δεν την είχα πετάξει. Την διάβασα πολλές φορές. Ήταν η προσευχή των πατέρων της Όπτινα. Σε λίγο ξαναπήρα τηλέφωνο το 100. Τίποτα. Το αστυνομικό τμήμα τίποτα. Ήρθε μεσημέρι. Γύρισαν τα παιδιά από τα σχολεία τους.
Τους είπα τα καθέκαστα.
Στεναχωρέθηκαν πολύ. Εγώ μουδιασμένη, αλλά κάπου
άρχισα να σκέφτομαι ότι πρέπει να αποδέχομαι αυτά που μου τυχαίνουν στην ζωή.
Να έχω εμπιστοσύνη στο Θεό.
Μάλλον, όμως, το ’κανα και αναγκαστικά, αφού δεν μπορούσα να κάνω και τίποτε άλλο. Όμως αυτή η κουβέντα του γέροντα όλο και μεγάλωνε στο μυαλό μου…Όλα γίνονται για κάποιο σκοπό… Όλα γίνονται για κάποιο σκοπό. Άρα πρέπει να σκεφτώ ποιός είναι ο σκοπός, είπα εγώ στον εαυτό μου, αφού αυτή είναι η πάγια τακτική μου, όλα να τα εξηγώ. Έλα, όμως, που ορισμένα είναι πάνω από τη δύναμη του νου μου.
Έτσι πέρασε η μέρα. Κάνοντας τηλεφωνήματα, αγωνιώντας, ξανακάνοντας
προσευχή.
Κατά τις 11:30 η ώρα το βράδυ ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο.
– Κυρία μου είμαστε από το αστυνομικό τμήμα Κάτω Πατησίων. Έχετε ένα αυτοκίνητο άσπρο, τάδε μάρκα με τάδε νούμερα. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει.
Ναι. Τι έγινε. Έχουμε εδώ δυο άτομα που είχαν το αυτοκίνητό σας, τους σταματήσαμε για έλεγχο και βρήκαμε το δίπλωμα και τα χαρτιά σας. Ελάτε αμέσως.
Έτρεξα κατευθείαν εκεί. Ήταν δυο νεαροί -όχι κακά παιδιά- με σκυμμένο το κεφάλι.
-Κυρία μου, μου λέει ο διοικητής τι είχατε στο αυτοκίνητό σας εκτός από τα χαρτιά σας; -Χρήματα κύριε διοικητά. -Πόσα; 14.000 ευρώ. Καλά κυρία μου, αφήνουμε τόσα λεφτά στο αυτοκίνητο;
Τι να του πω δίκιο είχε. Βγάζει τότε από το συρτάρι του ένα φάκελο, τον φάκελο της υπηρεσίας μου, που είχα βάλει μέσα τα χρήματα και μου λέει:-Μετρήστε τα.
Κοπήκανε τα πόδια μου. Μα ήταν δυνατόν; Αρχίζω και μετράω.
Τα χρήματα ήταν όλα εκεί δεν έλειπε ούτε ένα ευρώ. Δεν είναι δυνατόν λέω. Πως έγινε αυτό; Ρωτάει τότε ο διοικητής τους νεαρούς.- Τι έγινε παιδιά; Πως και δεν πειράξατε τα χρήματα; Δεν τα βρήκατε;
-Όχι απαντάει ο ένας. Δηλαδή βρήκαμε τον φάκελο, αλλά δεν τον ανοίξαμε.- Γιατί τους ρωτά ο αστυνομικός. -Να καθώς ψάχναμε το αυτοκίνητο, στο ντουλαπάκι μπροστά, του συνοδηγού βρήκαμε τα διπλώματα της κυρίας και των παιδιών της, την άδεια του αυτοκινήτου και βρήκαμε κι έναν φάκελο ίδιο που είχε μέσα ένα κομμάτι ψωμί από την εκκλησία, ξερό.
– Αντίδωρο το λένε , του λέει ο άλλος.
– Ναι αντίδωρο. Ε, και καθώς ψάχναμε βρήκαμε στο τσεπάκι στο πλάι του αυτοκινήτου και αυτό τον φάκελο και είπαμε ότι αντίδωρο θα ’χει πάλι μέσα αυτή, όπως είχε στο άλλο. Φαίνεται ότι θα ’ναι καμιά θρήσκα… Και έτσι δεν ανοίξαμε τον φάκελο..
Μείναμε όλοι άφωνοι. Μαζεύτηκαν όλοι οι αστυνομικοί γύρω-γύρω και κοιτούσαν παραξενεμένοι. Κανείς δε μιλούσε.
Δεν θα σας κουράσω με άλλες λεπτομέρειες. Σε λίγο ήρθαν οι γονείς τους -καλοί άνθρωποι- απέσυρα τη μήνυση και γύρισα σπίτι. Εκεί έγινε πάλι άλλο σκηνικό. Τα παιδιά μου δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι το αυτοκίνητο βρέθηκε άθικτο, μόνο η βενζίνη είχε τελειώσει, και τα χρήματα όλα. Ήταν συγκλονιστικό. Δηλαδή ένα μικρό κομματάκι αντίδωρο μπόρεσε να ανατρέψει μια σειρά γεγονότων.
Γιατί, αν είχαν βρει τα χρήματα, σίγουρα τα πράγματα θα έβαιναν αλλιώς. Και
πότε το είχα βάλει εκεί το αντίδωρο ούτε που θυμόμουν. Εκείνο το ντουλαπάκι
σπάνια το ανοίγω. Και το αντίδωρο θα το είχα από το καλοκαίρι ίσως, που
πηγαίνω καμιά φορά σε κάποιο προσκύνημα. Αλλά πάλι πως το έβαλα μέσα στο
φάκελο. Ούτε που μπορώ να
θυμηθώ.
Σημασία βέβαια έχει πως το γεγονός αυτό με έκανε να βλέπω τη ζωή αλλιώς. Να βλέπω με σεβασμό το καθετί και να αποδέχομαι με σεβασμό σχεδόν με ευγνωμοσύνη ακόμα και τα άσχημα, που μου συμβαίνουν στη ζωή.
Το περιστατικό έγινε αιτία να επηρεαστούν αρκετοί άνθρωποι. Πρώτη εγώ. Μετά τα παιδιά μου, που συνήθως με κοντράρουν πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα, τώρα όλο και συζητούν θέματα πνευματικά και ο μικρός -τελειόφοιτος λυκείου- εφέτος για πρώτη φορά νήστεψε. Αυτό τον καιρό συμμετέχω σε κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα και επειδή εκείνη την ημέρα δεν πήγα στο μάθημα εξήγησα στον καθηγητή μου τι είχε συμβεί.
Την άλλη μέρα, όταν του είπα την συνέχεια, κούνησε σκεφτικός το κεφάλι και με παρότρυνε να πάω να κοινωνήσω, πράγμα που έκανα καθώς πλησίαζε η γιορτή του Αγίου Νικολάου. Περιττό να πω ότι ανέφερε το γεγονός σε όλο το τμήμα και έμειναν να με κοιτάζουν όλοι κατάπληκτοι.
Η μητέρα του ενός από τα παιδιά, που είχαν πάρει το αυτοκίνητό μου τηλεφώνησε λίγο μετά τα Χριστούγεννα και μου είπε πως ο γιος της τής ζήτησε να νηστέψει και να πάει να κοινωνήσει, γιατί του έκανε λέει μεγάλη εντύπωση το γεγονός με το αντίδωρο και το ότι δεν είχε συνέπειες η κακή του αυτή πράξη για την οποία και είχε μετανιώσει πικρά…
Οι συνάδελφοι στη δουλειά άκουσαν το γεγονός, ορισμένοι μπορεί να το ξέχασαν, ορισμένοι, όμως, που και μου το θυμίζουν και συχνά κουβεντιάζουμε για το αν υπάρχουν δυνάμεις πάνω από μας, που ρυθμίζουν τις ζωές μας. Και ακόμα η διήγηση του γεγονότος αυτού με έκανε να έρθω κοντά με μια φίλη, που με βοηθά να βαδίσω στον δρόμο τον πνευματικό με όλο και πιο σίγουρα βήματα. Τη λένε Αγγελική.
Τα λόγια αυτά του γέροντα, τα λόγια της προσευχής, τα θυμάμαι πάντα στα δύσκολα, αλλά και στα εύκολα. Αυτή η προσευχή τυπώθηκε στο νου και στην καρδιά μου και τη ψιθυρίζω από τότε συχνά, σχεδόν κάθε μέρα…
«Κύριε…Στις απρόοπτες καταστάσεις μη μ’ αφήσεις να ξεχάσω ότι όλα παραχωρούνται από σένα… Δίδαξε με να δέχομαι με ακλόνητη πεποίθηση ότι τίποτε δεν συμβαίνει, χωρίς να το επιτρέψεις εσύ…
Κύριε, δος μου τη δύναμη να υποφέρω τον κόπο της ημέρας αυτής σε όλη τη διάρκειά της. Καθοδήγησε τη θέλησή μου και δίδαξε με να προσεύχομαι, να πιστεύω, να υπομένω, να συγχωρώ και ν’ αγαπώ. ΑΜΗΝ».Και μέσα στο τρέξιμο της καθημερινότητας δεν βάζει ο νους του ανθρώπου τι μπορεί να του ξημερώσει και τι πράγματα μπορεί να του συμβούν.
πηγή : Agioritikovima.gr
https://www.pentapostagma.gr/ekklisia/pneymatika-ofelima/5871257_xero-antidoro-mia-alithina-sygklonistiki-istoria
Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021
Χανς Κρίστιαν Άντερσεν: Η ΕΒΡΑΙΟΠΟΥΛΑ
Στὰ ἄλλα ὅμως μαθήματα, τὴ Γεωγραφία, τὰ Μαθηματικά, ἦταν πολὺ καλὴ καὶ ἔπαιρνε εὔκολα τὰ γράμματα.
Ὅταν ἄρχιζε τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ὁ δάσκαλος τῆς ἔλεγε ν’ ἀνοίξει τὰ βιβλία της καὶ νὰ μελετήσει τὰ ἄλλα μαθήματα. Ἡ Ἑβραιοπούλα ὅμως τὰ διάβαζε γρήγορα κι ὕστερα, ἀφήνοντας τὰ βιβλία ἀνοιχτὰ μπροστά της, παρακολουθοῦσε τὸν δάσκαλο τῶν Θρησκευτικῶν.
- Διάβαζε, διάβαζε, Σάρρα! τῆς ἔλεγε ἐκεῖνος σοβαρά.
Μὰ ἐκείνη ὕστερα ἀπὸ λίγο πάλι σήκωνε τὰ μεγάλα μαῦρα μάτια της καὶ τὸν κοίταζε…
Μιὰ φορὰ γιὰ νὰ τὴ δοκιμάσει, ὁ δάσκαλος τῶν Θρησκευτικῶν τὴ ρώτησε κι ἐκείνη ἀπάντησε καλύτερα ἀπ’ τοὺς ἄλλους συμμαθητές της. Τὰ εἶχε προσέξει ὅλα ὅσα εἶχε πεῖ ἐκεῖνος καὶ τὰ εἶχε κλείσει στὴν καρδιά της.
Ὁ πατέρας τῆς Ἑβραιοπούλας, ἕνας καλὸς καὶ θρησκευόμενος ἄνθρωπος, ὅταν ἔστειλε τὴν κόρη του στὸ σχολεῖο, εἶχε βάλει ὅρο νὰ τὴν ἀποκλείσουν ἀπὸ τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Ἡ μικρὴ ὅμως παρακολουθοῦσε μὲ τόση προσοχὴ τὸ ἀπαγορευμένο μάθημα, ὥστε μιὰ μέρα ὁ δάσκαλος πῆγε στὸν πατέρα της καὶ τοῦ εἶπε ἢ νὰ πάρει τὴν κόρη του ἀπὸ τὸ σχολεῖο ἢ νὰ τὴν ἀφήσει νὰ γίνει Χριστιανή.
- Δὲ μπορῶ πιά, τοῦ εἶπε, νὰ βλέπω ἀδιάκοπα μπροστά μου τὰ μάτια αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, ποὺ μὲ κοιτάζουν μὲ τόση λαχτάρα, μὲ τόση ἀγάπη γιὰ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου…
Ὁ πατέρας τότε τοῦ ἀπάντησε κλαίγοντας:
- Ἐγὼ δὲν ξέρω καὶ πολλὰ γιὰ τὴ θρησκεία τῶν προγόνων μου. Ἡ γυναίκα μου ὅμως, ἡ μητέρα τῆς Σάρρας, ἦταν μιὰ πιστὴ κόρη τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῆς ὑποσχέθηκα τὴν ὥρα ποὺ πέθαινε, νὰ μὴν ἀφήσω ποτὲ τὸ παιδί μας νὰ γίνει Χριστιανή. Καὶ πρέπει νὰ κρατήσω τὸν λόγο μου!
Ἔτσι ἡ μικρὴ Ἑβραιοπούλα ἀναγκάστηκε νὰ ἀφήσει τὸ σχολεῖο τῶν Χριστιανῶν.
Πέρασαν χρόνια…
Σὲ μιὰ ἐπαρχιακὴ πόλη δούλευε ὑπηρέτρια μιὰ νεαρὴ Ἑβραία. Τὰ μαλλιά της ἦταν μαῦρα ὅπως ὁ ἔβενος καὶ τὰ μάτια της, μαῦρα καὶ φωτεινά, ἦταν μεγάλα καὶ γλυκά.
Ἦταν ἡ Σάρρα. Ἡ ἔκφραση τοῦ προσώπου της εἶχε μείνει παιδική, ὅπως τότε ποὺ καθότανε στὸ θρανίο καὶ ἄκουγε τὸν Χριστιανὸ δάσκαλό της.
Κάθε Κυριακὴ οἱ δρόμοι τῆς μικρῆς πολιτείας πλημμύριζαν ἀπ’ τοὺς ὑποβλητικοὺς ἤχους τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου ποὺ ἔπαιζε στὴ Μητρόπολη. Ἡ νεαρὴ ὑπηρέτρια ὅμως συνέχιζε τὴ δουλειά της στὸ σπίτι ποὺ τὴν εἶχαν προσλάβει. «Νὰ τηρεῖς ἱερὴ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου», ἔλεγε μέσα της ἡ φωνὴ τοῦ ἑβραϊκοῦ Νόμου. Τὸ Σάββατο ὅμως ἦταν ἐργάσιμη μέρα γιὰ τοὺς Χριστιανούς. «Νὰ μετράει τάχα ὁ Θεὸς τὶς ἡμέρες καὶ τὶς ὧρες;» ἀναρωτιόταν συχνὰ ἡ νέα. Καὶ μὲ τὴ σκέψη αὐτὴ παρηγοριόταν ποὺ δὲ γιόρταζε τὴν Κυριακὴ μὲ τοὺς Χριστιανούς, οὔτε τὸ Σάββατο μὲ τοὺς Ἑβραίους. Διάβαζε μονάχα τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, τὸν θησαυρὸ αὐτὸν τοῦ λαοῦ της καὶ ἤξερε τώρα πὼς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διαβάσει τὸ Εὐαγγέλιο, γιατὶ ὁ πατέρας της εἶχε τάξει στὴ μητέρα της νὰ μὴν τὴν ἀφήσει ποτὲ νὰ γίνει Χριστιανή… Τὰ λόγια ὅμως τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ τὰ εἶχε ἀκούσει ἄλλοτε ἀπ’ τὸν δάσκαλο, ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἀντηχοῦν μὲς στὴν καρδιά της σὰ μιὰ μακρινὴ παιδικὴ ἀνάμνηση, ποὺ τὴν τύλιγε ἡ νοσταλγία τῶν παιδικῶν της χρόνων.
Ἕνα βράδυ καθόταν σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς αἴθουσας μαζὶ μὲ τ’ ἀφεντικά της. Ὁ κύριος διάβαζε μιὰ ἱστορία. Αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν ἦταν ἀπ’ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἡ Σάρρα μποροῦσε νὰ τὸν ἀκούσει.
Ἦταν μιὰ ἱστορία γιὰ κάποιον Οὖγγρο ἱππότη, ποὺ εἶχε πιαστεῖ αἰχμάλωτος ἀπὸ ἕναν Τοῦρκο πασά. Ὁ Τοῦρκος τὸν εἶχε ζέψει στὸ ἀλέτρι μαζὶ μὲ τὰ βόδια καὶ τὸν χτυποῦσε μὲ τὸ μαστίγιο χωρὶς λύπηση, ὥσπου ἄρχισε νὰ τρέχει αἷμα ἀπ’ τὶς πληγές του. Ἡ πιστὴ γυναίκα τοῦ ἱππότη πούλησε ὅλα τὰ χτήματά της καὶ δανείστηκε καὶ ἄλλα λεφτὰ ἀπ’ τοὺς φίλους του γιὰ νὰ μαζέψει τὰ λύτρα ποὺ ζητοῦσε ὁ πασάς, γιὰ νὰ ἀφήσει ἐλεύθερο τὸν ἄτυχο ἄντρα της. Ἔτσι ἡ καλή του γυναίκα κατόρθωσε νὰ τὸν ἐξαγοράσει ἀπ’ τὸν πασά.
Λίγο ἀργότερα κηρύχτηκε πάλι πόλεμος καὶ ὁ ἱππότης στάθηκε πιὸ τυχερὸς αὐτὴ τὴ φορά. Σὲ μιὰ μάχη ποὺ νίκησαν οἱ Χριστιανοί, ὁ ἱππότης ἔπιασε αἰχμάλωτο τὸν πασά, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε ἄλλοτε βασανίσει. Ὅταν ἔφεραν τὸν αἰχμάλωτο Τοῦρκο μπροστά του, ὁ ἱππότης τὸν ρώτησε:
- Ξέρεις τώρα τί σὲ περιμένει;
- Ναί, ξέρω! ἀπάντησε ὁ πασάς. Θὰ μ’ ἐκδικηθεῖς!
- Ναί, θὰ σ’ ἐκδικηθῶ! τοῦ ἀπάντησε ὁ Οὖγγρος. Θὰ σ’ ἐκδικηθῶ ὅμως σὰ Χριστιανὸς ποὺ εἶμαι. Ὁ Χριστός μας ἔχει προστάξει νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας καὶ ν’ ἀγαποῦμε τὸν πλησίον μας σὰν τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη! Πήγαινε στὸ καλό, γύρισε στὴν πατρίδα σου καὶ κοίταξε ἄλλη φορὰ νὰ εἶσαι σπλαχνικὸς σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουνε τὴν ἀνάγκη σου!
Ὁ αἰχμάλωτος, σὰν ἄκουσε τὰ λόγια αὐτά, ἄρχισε νὰ κλαίει.
- Ποῦ νὰ βάλω στὸν νοῦ μου τόσην ἀνθρωπιά! ἔλεγε καὶ ξανάλεγε. Ἐκεῖ ποὺ περίμενα μαρτύρια καὶ πῆρα τὸ δηλητήριο ποὺ ἔχω πάντα μαζί μου γιὰ νὰ γλυτώσω ἀπ’ τὴν ἐκδίκησή σου, ἐσὺ μοῦ χαρίζεις τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐλευθερία! Τώρα ὅμως εἶναι ἀργὰ πιά… Σὲ λίγες ὧρες θὰ εἶμαι νεκρός… Πρὶν πεθάνω, ὡστόσο, θέλω νὰ γίνω Χριστιανός, θέλω νὰ ἀκολουθήσω Ἐκεῖνον, ποὺ ἔχει σκορπίσει τόση ἀγάπη στὸν κόσμο! Θέλω νὰ πεθάνω Χριστιανός…
Καὶ ἔτσι πραγματικὰ ἔγινε.
Αὐτὴ ἦταν ἡ ἱστορία ποὺ διάβασε ὁ κύριος τῆς Σάρρας ἀπ’ τὸ παλιὸ βιβλίο. Ὅλοι ὅσοι τὴν ἄκουσαν συγκινήθηκαν πολύ, περισσότερο ὅμως ἡ Σάρρα, ἡ Ἑβραιοπούλα, ποὺ καθότανε στὴ γωνιά της κι ἔκλαιγε ἀπὸ τὴ συγκίνηση καὶ ἀπὸ τὴ νοσταλγία, καθὼς ἀναθυμόταν τὰ παιδικά της χρόνια καὶ τὰ λόγια τοῦ καλοῦ της δασκάλου.
Ὡστόσο τὴν ἴδια στιγμὴ ἀντήχησαν μέσα της καὶ τὰ λόγια τῆς μητέρας της, ποὺ τὰ εἶχε πεῖ στὸν πατέρα της:
«Νὰ μὴν ἀφήσεις τὸ παιδί μας νὰ γίνει Χριστιανή!»
Ἀμέσως ὕστερα ἡ Σάρρα ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ ἑβραϊκοῦ Νόμου: «Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου!»
Καὶ ἡ Σάρρα ἄρχισε τότε νὰ σκέφτεται: «Οἱ Χριστιανοὶ δὲ μὲ δέχονται στὴν κοινωνία τους. Ἀπὸ μικρὴ στὸ σχολεῖο, τὸ νοιώθω καλὰ πὼς μὲ παραμερίζουν. Ἡ θρησκεία τους ὅμως εἶναι παντοδύναμη καὶ μία της ἀχτίδα ἔχει φωτίσει βαθιὰ τὴν καρδιά μου κι ἂς κλείνω τὰ μάτια γιὰ νὰ μὴν τὴν ἰδῶ».
»Δὲν πρόκειται ὅμως νὰ σὲ στενοχωρήσω στὸν τάφο σου, καλή μου μητέρα! συνέχισε τοὺς συλλογισμούς της ἡ Σάρρα. Δὲ θὰ πατήσω τὸν λόγο ποὺ σοῦ ἔδωσε ὁ πατέρας! Θὰ μείνω πιστὴ στὸν Θεὸ τῶν προγόνων μας!»
Πέρασαν πάλι ἀρκετὰ χρόνια…
Ὁ κύριος τῆς Σάρρας πέθανε. Ἡ χήρα του ἔμεινε χωρὶς πόρους κι ἔτσι ἀναγκάστηκε ν’ ἀπολύσει τὴν ὑπηρέτριά της. Ἡ Σάρρα ὅμως δὲ δέχτηκε ν’ ἀφήσει τὴν κυρία της, ἔγινε μάλιστα τὸ μεγάλο της στήριγμα στὰ γεράματά της. Πῆρε δουλειὲς στὸ σπίτι, δούλευε ὣς ἀργὰ τὴ νύχτα κι ἔτσι ἔβγαζε ἀρκετὰ γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ συντηρεῖ τὴ γριὰ κυρία της.
Ἀργότερα, ὅταν ἀρρώστησε καὶ ἔμενε στὸ νοσοκομεῖο, ἡ Σάρρα πήγαινε καὶ τὴν ἔβλεπε ταχτικά, τὴ φρόντιζε σὰ νά ‘ταν μητέρα της καὶ ἔγινε πραγματικὰ ὁ προστάτης της ἄγγελος.
- Ἐκεῖ στὸ τραπέζι εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο, τῆς εἶπε κάποια βραδιὰ ἡ ἄρρωστη. Διάβασέ μου ἀπὸ ‘κεῖ… Ἡ ψυχή μου εἶναι κουρασμένη καὶ διψάει γιὰ ἕναν λόγο τοῦ Κυρίου!
Ἡ Σάρρα ἔσκυψε τὸ κεφάλι. Πῆρε ὡστόσο τὸ Ἱερὸ Βιβλίο τῶν Χριστιανῶν, τὸ ἄνοιξε καὶ διάβασε τῆς ἄρρωστης. Καθὼς διάβαζε, ἔλεγε μέσα της: «Μὴ φοβᾶσαι, μητέρα, ἡ κόρη σου δὲ θὰ βαφτιστεῖ Χριστιανή… Θὰ τιμήσω τὴ θέλησή σου ἐδῶ στὴ γῆ. Πέρα ἀπ’ αὐτὸ ὅμως, στὸν ἄλλο κόσμο, ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ἴδιος γιὰ ὅλους… Κι ἐκεῖ μὲ περιμένει ὁ Χριστός! Νὰ τὸ ξέρεις…»
Καὶ προφέροντας τὸ πανάγιο Ὄνομά Του ἡ Σάρρα ἔτρεμε ὁλόκληρη. Κάτι σὰ βάφτισμα ἀπὸ φλόγες τὴν κυρίεψε καί, νικώντας τὸ σῶμα της, τὴν ἔκαμε νὰ λιποθυμήσει.
Ἡ ἄρρωστη, καθὼς τὴν εἶδε νὰ λιποθυμᾶ, σκέφτηκε:
- Τὴν καημένη τὴ Σάρρα! Παρακουράστηκε φροντίζοντάς με…
Τὴν πήγανε στὸ νοσοκομεῖο κι ἐκεῖ ἡ Σάρρα πέθανε. Τὴν κηδέψανε ὄχι στὸν περίβολο τοῦ νεκροταφείου, ὅπου ἀναπαύονται μόνο οἱ Χριστιανοί, μὰ ἀνοίξαν τὸν τάφο της ἔξω, κοντὰ στὸν τοῖχο…
Ὁ ἥλιος τοῦ Θεοῦ ὅμως, ποὺ φωτίζει ὅλο τὸν κόσμο, χάιδευε μὲ τὶς ἀχτίδες του τὸν τάφο τῆς Ἑβραιοπούλας, ὅπως δὰ καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους τάφους… Καὶ ὅταν γινόταν παράκληση πάνω ἀπὸ τοὺς ξένους τάφους, οἱ ψαλμοὶ ἔφταναν καὶ στὸν μοναχικὸ καὶ ἀπόμερο τάφο τῆς Σάρρας, γιὰ νὰ τῆς φέρουν τὸ μεγάλο μήνυμα τῆς Ἀνάστασης, μιὰ καὶ ἡ Ἑβραία ἤξερε πιὰ καλὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὁ Κύριος τὰ εἶχε πεῖ στοὺς ἀποστόλους Του:
«Ὁ Ἰωάννης σᾶς βάφτισε μὲ νερό, ἐγὼ ὅμως θὰ σᾶς βαφτίσω μὲ τὴ φωτιά!» (Ματθ. 3, 11).
Πηγή: Χὰνς Κρίστιαν Ἄντερσεν, ΑΠΑΝΤΑ, τ. Ε΄, ἐκδόσεις Ι. Δ. ΑΡΣΕΝΙΔΗ, Ἀθήνα.
Ἀντιγραφή-Ἐπιμέλεια: «Ἀντιύλη» - Ἱ. Ν. Ἁγίου Βασιλείου, Πρέβεζα.
E-mail: antiyli.gr@gmail.com.
Σχόλιο ἀπὸ «Ἀντιύλη»: Ὁ Παράκλητος, ἡ Θεία Χάρη, δρᾶ κυριαρχικά, ἐλεύθερα καὶ ὄχι δουλικά. Δὲν ὑπόκειται, ἀλλὰ ὑπερβαίνει (ὅπου δεῖ) τὰ σχήματα τοῦ νῦν αἰῶνος. Ἀναζητεῖ τὰ ἐσκορπισμένα πρόβατα γιὰ νὰ τὰ φέρει στὴ μία ποίμνη τοῦ Χριστοῦ.
«Τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰω. 3, 8). Καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα πνέει σὲ ὅσους θέλει, ὅταν θέλει, σὲ ὅσο βαθμὸ θέλει, μὲ σκοπὸ νὰ ὁδηγήσει στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὄχι σὲ κάποια θολὴ θρησκευτικότητα.
Ὑπάρχει, πλὴν τοῦ κανονικοῦ βαπτίσματος, τὸ βάπτισμα αἵματος (μάρτυρες) καὶ τὸ βάπτισμα πυρός. «Αὐτὸς ἡμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί» (Λουκ. 3, 16). Ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν (Πεντηκοστὴ) εἶναι βάπτισμα πυρός. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ ἡ ἐπισκίασή της ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ Ὑψίστου (Εὐαγγελισμὸς) εἶναι ἕνα εἰδικὸ βάπτισμα ποὺ ἔλαβε μόνο ἡ Παναγία μας (Λουκ. 1, 35).
Κάθε ἄνθρωπος ποὺ εἶναι «ἐκ τοῦ Θεοῦ» καὶ «ἐκ τῆς ἀληθείας», ἀκούει καὶ ἀποδέχεται τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, ὅπου κι ἂν βρίσκεται, ὅπως ἔγινε μὲ τὴ Σάρρα τῆς ἱστορίας τοῦ Ἄντερσεν. «Τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει» (Ἰω. 8, 47· 18, 37· 10, 27). Ἡ δύναμη τοῦ λόγου του εἶναι καταλυτική. Ὅταν κάποιος ἀγαπάει πραγματικὰ τὸ καλό, τὴν ἀλήθεια, ὁ Θεός, «οἷς ἐπίσταται κρίμασι», μὲ τρόπους ποὺ μόνο αὐτὸς γνωρίζει, θὰ τὸν ἑλκύσει «πρὸς ἑαυτόν», ὅσα ἐμπόδια καὶ ἂν παρεμβληθοῦν ἀνάμεσά τους.
Ὁ Ἄντερσεν μᾶς ἐκπλήσσει εὐχάριστα μὲ τὸ ὡραιότατο παραμύθι του. Στηρίζεται ἄραγε σὲ πραγματικὴ ἱστορία; Καθόλου ἀπίθανο. Ἂν ὄχι, ὑποκλινόμαστε στὴν ἐμπνευσμένη φαντασία του. Ὅπως κι ἂν ἔχει, εἶναι συγκλονιστικό!
Η παραβολή του μεγάλου δείπνου
Κάποτε ο Χριστός ήταν καλεσμένος σε ένα τραπέζι και συζητούσε με όσους βρίσκονταν εκεί για το ποιους πρέπει να καλεί ένα...



.jpg)

