Σελίδες

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν: Η ΕΒΡΑΙΟΠΟΥΛΑ

Στὸ δη­μο­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νά­με­σα στ’ ἄλ­λα παι­διὰ πή­γαι­νε καὶ μιὰ μι­κρὴ Ἑ­βραι­ο­πού­λα. Ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ ἔ­ξυ­πνο κο­ρι­τσά­κι, ποὺ ὅ­μως εἶ­χε ἀ­πο­κλει­στεῖ ἀ­πὸ ἕ­να μά­θη­μα, τὰ Θρη­σκευ­τι­κά. Για­τὶ τὸ σχο­λεῖ­ο ἦ­ταν χρι­στι­α­νι­κὸ κι αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν Χρι­στια­νή…

Στὰ ἄλ­λα ὅ­μως μα­θή­μα­τα, τὴ Γε­ω­γρα­φί­α, τὰ Μα­θη­μα­τι­κά, ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὴ καὶ ἔ­παιρ­νε εὔ­κο­λα τὰ γράμ­μα­τα.

Ὅ­ταν ἄρ­χι­ζε τὸ μά­θη­μα τῶν Θρη­σκευ­τι­κῶν, ὁ δά­σκα­λος τῆς ἔ­λε­γε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ βι­βλί­α της καὶ νὰ με­λε­τή­σει τὰ ἄλ­λα μα­θή­μα­τα. Ἡ Ἑ­βραι­ο­πού­λα ὅ­μως τὰ δι­ά­βα­ζε γρή­γο­ρα κι ὕ­στε­ρα, ἀ­φή­νον­τας τὰ βι­βλί­α ἀ­νοι­χτὰ μπρο­στά της, πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸν δά­σκα­λο τῶν Θρη­σκευ­τι­κῶν.

-  Δι­ά­βα­ζε, δι­ά­βα­ζε, Σάρ­ρα! τῆς ἔ­λε­γε ἐ­κεῖ­νος σο­βα­ρά.

Μὰ ἐ­κεί­νη ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο πά­λι σή­κω­νε τὰ με­γά­λα μαῦ­ρα μά­τια της καὶ τὸν κοί­τα­ζε…

Μιὰ φο­ρὰ γιὰ νὰ τὴ δο­κι­μά­σει, ὁ δά­σκα­λος τῶν Θρη­σκευ­τι­κῶν τὴ ρώ­τη­σε κι ἐ­κεί­νη ἀ­πάν­τη­σε κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους συμ­μα­θη­τές της. Τὰ εἶ­χε προ­σέ­ξει ὅ­λα ὅ­σα εἶχε πεῖ ἐ­κεῖ­νος καὶ τὰ εἶ­χε κλεί­σει στὴν καρ­διά της.

Ὁ πα­τέ­ρας τῆς Ἑ­βραι­ο­πού­λας, ἕ­νας κα­λὸς καὶ θρη­σκευ­ό­με­νος ἄν­θρω­πος, ὅ­ταν ἔ­στει­λε τὴν κό­ρη του στὸ σχο­λεῖ­ο, εἶ­χε βά­λει ὅρο νὰ τὴν ἀ­πο­κλεί­σουν ἀ­πὸ τὸ μά­θη­μα τῶν Θρη­σκευ­τι­κῶν. Ἡ μι­κρὴ ὅ­μως πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ τό­ση προ­σο­χὴ τὸ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο μά­θη­μα, ὥ­στε μιὰ μέ­ρα ὁ δά­σκα­λος πῆ­γε στὸν πα­τέ­ρα της καὶ τοῦ εἶ­πε ἢ νὰ πά­ρει τὴν κό­ρη του ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο ἢ νὰ τὴν ἀ­φή­σει νὰ γί­νει Χρι­στια­νή.

-  Δὲ μπο­ρῶ πιά, τοῦ εἶ­πε, νὰ βλέ­πω ἀ­δι­ά­κο­πα μπρο­στά μου τὰ μά­τια αὐ­τοῦ τοῦ παι­διοῦ, ποὺ μὲ κοι­τά­ζουν μὲ τό­ση λα­χτά­ρα, μὲ τό­ση ἀ­γά­πη γιὰ τὰ λό­για τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου…

Ὁ πα­τέ­ρας τό­τε τοῦ ἀ­πάν­τη­σε κλαί­γον­τας:

- Ἐ­γὼ δὲν ξέ­ρω καὶ πολ­λὰ γιὰ τὴ θρη­σκεί­α τῶν προ­γό­νων μου. Ἡ γυ­ναί­κα μου ὅ­μως, ἡ μη­τέ­ρα τῆς Σάρ­ρας, ἦ­ταν μιὰ πι­στὴ κό­ρη τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ καὶ τῆς ὑ­πο­σχέ­θη­κα τὴν ὥ­ρα ποὺ πέ­θαι­νε, νὰ μὴν ἀ­φή­σω πο­τὲ τὸ παι­δί μας νὰ γί­νει Χρι­στια­νή. Καὶ πρέ­πει νὰ κρα­τή­σω τὸν λό­γο μου!

Ἔ­τσι ἡ μι­κρὴ Ἑ­βραι­ο­πού­λα ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ἀ­φή­σει τὸ σχο­λεῖ­ο τῶν Χρι­στια­νῶν.

Πέ­ρα­σαν χρό­νια…

Σὲ μιὰ ἐ­παρ­χια­κὴ πό­λη δού­λευ­ε ὑ­πη­ρέ­τρια μιὰ νε­α­ρὴ Ἑ­βραί­α. Τὰ μαλ­λιά της ἦ­ταν μαῦ­ρα ὅ­πως ὁ ἔ­βε­νος καὶ τὰ μά­τια της, μαῦ­ρα καὶ φω­τει­νά, ἦ­ταν με­γά­λα καὶ γλυ­κά.

Ἦ­ταν ἡ Σάρ­ρα. Ἡ ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της εἶ­χε μεί­νει παι­δι­κή, ὅ­πως τό­τε ποὺ κα­θό­τα­νε στὸ θρα­νί­ο καὶ ἄ­κου­γε τὸν Χρι­στια­νὸ δά­σκα­λό της.

Κά­θε Κυ­ρια­κὴ οἱ δρό­μοι τῆς μι­κρῆς πο­λι­τεί­ας πλημ­μύ­ρι­ζαν ἀ­π’ τοὺς ὑ­πο­βλη­τι­κοὺς ἤ­χους τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ὀρ­γά­νου ποὺ ἔ­παι­ζε στὴ Μη­τρό­πο­λη. Ἡ νε­α­ρὴ ὑ­πη­ρέ­τρια ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε τὴ δου­λειά της στὸ σπί­τι ποὺ τὴν εἶ­χαν προσ­λά­βει. «Νὰ τη­ρεῖς ἱ­ε­ρὴ τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ Σαβ­βά­του», ἔ­λε­γε μέ­σα της ἡ φω­νὴ τοῦ ἑ­βρα­ϊ­κοῦ Νό­μου. Τὸ Σάβ­βα­το ὅ­μως ἦ­ταν ἐρ­γά­σι­μη μέ­ρα γιὰ τοὺς Χρι­στια­νούς. «Νὰ με­τρά­ει τά­χα ὁ Θε­ὸς τὶς ἡ­μέ­ρες καὶ τὶς ὧ­ρες;» ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν συ­χνὰ ἡ νέ­α. Καὶ μὲ τὴ σκέ­ψη αὐ­τὴ πα­ρη­γο­ρι­ό­ταν ποὺ δὲ γι­όρ­τα­ζε τὴν Κυ­ρια­κὴ μὲ τοὺς Χρι­στια­νούς, οὔ­τε τὸ Σάβ­βα­το μὲ τοὺς Ἑ­βραί­ους. Δι­ά­βα­ζε μο­νά­χα τὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, τὸν θη­σαυ­ρὸ αὐ­τὸν τοῦ λα­οῦ της καὶ ἤ­ξε­ρε τώ­ρα πὼς δὲν ἔ­χει δι­καί­ω­μα νὰ δι­α­βά­σει τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, για­τὶ ὁ πα­τέ­ρας της εἶ­χε τά­ξει στὴ μη­τέ­ρα της νὰ μὴν τὴν ἀ­φή­σει πο­τὲ νὰ γί­νει Χρι­στια­νή… Τὰ λό­για ὅ­μως τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, ποὺ τὰ εἶ­χε ἀ­κού­σει ἄλ­λο­τε ἀ­π’ τὸν δά­σκα­λο, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ ἀν­τη­χοῦν μὲς στὴν καρ­διά της σὰ μιὰ μα­κρι­νὴ παι­δι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση, ποὺ τὴν τύ­λι­γε ἡ νο­σταλ­γί­α τῶν παι­δι­κῶν της χρό­νων.

Ἕ­να βρά­δυ κα­θό­ταν σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς αἴ­θου­σας μα­ζὶ μὲ τ’ ἀ­φεν­τι­κά της. Ὁ κύ­ριος δι­ά­βα­ζε μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν ἦ­ταν ἀπ’ τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο καὶ ἡ Σάρ­ρα μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ἀ­κού­σει.

Ἦ­ταν μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ κά­ποι­ον Οὖγ­γρο ἱπ­πό­τη, ποὺ εἶ­χε πια­στεῖ αἰχ­μά­λω­τος ἀ­πὸ ἕ­ναν Τοῦρ­κο πα­σά. Ὁ Τοῦρ­κος τὸν εἶ­χε ζέ­ψει στὸ ἀ­λέ­τρι μα­ζὶ μὲ τὰ βό­δια καὶ τὸν χτυ­ποῦ­σε μὲ τὸ μα­στί­γιο χω­ρὶς λύ­πη­ση, ὥ­σπου ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει αἷ­μα ἀ­π’ τὶς πλη­γές του. Ἡ πι­στὴ γυ­ναί­κα τοῦ ἱπ­πό­τη πού­λη­σε ὅ­λα τὰ χτή­μα­τά της καὶ δα­νεί­στη­κε καὶ ἄλ­λα λε­φτὰ ἀ­π’ τοὺς φί­λους του γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει τὰ λύ­τρα ποὺ ζη­τοῦ­σε ὁ πα­σάς, γιὰ νὰ ἀ­φή­σει ἐ­λεύ­θε­ρο τὸν ἄ­τυ­χο ἄν­τρα της. Ἔ­τσι ἡ κα­λή του γυ­ναί­κα κα­τόρ­θω­σε νὰ τὸν ἐ­ξα­γο­ρά­σει ἀ­π’ τὸν πα­σά.

Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα κη­ρύ­χτη­κε πά­λι πό­λε­μος καὶ ὁ ἱπ­πό­της στά­θη­κε πιὸ τυ­χε­ρὸς αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Σὲ μιὰ μά­χη ποὺ νί­κη­σαν οἱ Χρι­στια­νοί, ὁ ἱπ­πό­της ἔ­πι­α­σε αἰχ­μά­λω­το τὸν πα­σά, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὸν εἶ­χε ἄλ­λο­τε βα­σα­νί­σει. Ὅ­ταν ἔ­φε­ραν τὸν αἰχ­μά­λω­το Τοῦρ­κο μπρο­στά του, ὁ ἱπ­πό­της τὸν ρώ­τη­σε:

- Ξέ­ρεις τώ­ρα τί σὲ πε­ρι­μέ­νει;

- Ναί, ξέ­ρω! ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­σάς. Θὰ μ’ ἐκ­δι­κη­θεῖς!

- Ναί, θὰ σ’ ἐκ­δι­κη­θῶ! τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ Οὖγ­γρος. Θὰ σ’ ἐκ­δι­κη­θῶ ὅ­μως σὰ Χρι­στια­νὸς ποὺ εἶ­μαι. Ὁ Χρι­στός μας ἔ­χει προ­στά­ξει νὰ συγ­χω­ροῦ­με τοὺς ἐ­χθρούς μας καὶ ν’ ἀ­γα­ποῦ­με τὸν πλη­σί­ον μας σὰν τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό μας, για­τὶ ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γά­πη! Πή­γαι­νε στὸ κα­λό, γύ­ρι­σε στὴν πα­τρί­δα σου καὶ κοί­τα­ξε ἄλ­λη φο­ρὰ νὰ εἶ­σαι σπλα­χνι­κὸς σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ ἔ­χου­νε τὴν ἀ­νάγ­κη σου!

Ὁ αἰχ­μά­λω­τος, σὰν ἄ­κου­σε τὰ λό­για αὐ­τά, ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει.

- Ποῦ νὰ βά­λω στὸν νοῦ μου τό­σην ἀν­θρω­πιά! ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε.  Ἐ­κεῖ ποὺ πε­ρί­με­να μαρ­τύ­ρια καὶ πῆ­ρα τὸ δη­λη­τή­ριο ποὺ ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου γιὰ νὰ γλυ­τώ­σω ἀ­π’ τὴν ἐκ­δί­κη­σή σου, ἐ­σὺ μοῦ χα­ρί­ζεις τὴ ζω­ὴ καὶ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α! Τώ­ρα ὅ­μως εἶ­ναι ἀρ­γὰ πιά… Σὲ λί­γες ὧ­ρες θὰ εἶ­μαι νε­κρός… Πρὶν πε­θά­νω, ὡ­στό­σο, θέ­λω νὰ γί­νω Χρι­στια­νός, θέ­λω νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω Ἐ­κεῖ­νον, ποὺ ἔ­χει σκορ­πί­σει τό­ση ἀ­γά­πη στὸν κό­σμο! Θέ­λω νὰ πε­θά­νω Χρι­στια­νός…

Καὶ ἔ­τσι πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­γι­νε.

Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ δι­ά­βα­σε ὁ κύ­ριος τῆς Σάρ­ρας ἀ­π’ τὸ πα­λιὸ βι­βλί­ο. Ὅ­λοι ὅ­σοι τὴν ἄ­κου­σαν συγ­κι­νή­θη­καν πο­λύ, πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως ἡ Σάρ­ρα, ἡ Ἑ­βραι­ο­πού­λα, ποὺ κα­θό­τα­νε στὴ γω­νιά της κι ἔ­κλαι­γε ἀ­πὸ τὴ συγ­κί­νη­ση καὶ ἀ­πὸ τὴ νο­σταλ­γί­α, κα­θὼς ἀ­να­θυ­μό­ταν τὰ παι­δι­κά της χρό­νια καὶ τὰ λό­για τοῦ κα­λοῦ της δα­σκά­λου.

Ὡ­στό­σο τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἀν­τή­χη­σαν μέ­σα της καὶ τὰ λό­για τῆς μη­τέ­ρας της, ποὺ τὰ εἶ­χε πεῖ στὸν πα­τέ­ρα της:

«Νὰ μὴν ἀ­φή­σεις τὸ παι­δί μας νὰ γί­νει Χρι­στια­νή!»

Ἀ­μέ­σως ὕ­στε­ρα ἡ Σάρ­ρα ἄ­κου­σε τὴ φω­νὴ τοῦ ἑ­βρα­ϊ­κοῦ Νό­μου: «Τί­μα τὸν πα­τέ­ρα σου καὶ τὴ μη­τέ­ρα σου!»

Καὶ ἡ Σάρ­ρα ἄρ­χι­σε τό­τε νὰ σκέ­φτε­ται: «Οἱ Χρι­στια­νοὶ δὲ μὲ δέ­χον­ται στὴν κοι­νω­νί­α τους. Ἀ­πὸ μι­κρὴ στὸ σχο­λεῖ­ο, τὸ νοι­ώ­θω κα­λὰ πὼς μὲ πα­ρα­με­ρί­ζουν. Ἡ θρη­σκεί­α τους ὅ­μως εἶ­ναι παν­το­δύ­να­μη καὶ μί­α της ἀ­χτί­δα ἔ­χει φω­τί­σει βα­θιὰ τὴν καρ­διά μου κι ἂς κλεί­νω τὰ μά­τια γιὰ νὰ μὴν τὴν ἰ­δῶ».

»Δὲν πρό­κει­ται ὅ­μως νὰ σὲ στε­νο­χω­ρή­σω στὸν τά­φο σου, κα­λή μου μη­τέ­ρα! συ­νέ­χι­σε τοὺς συλ­λο­γι­σμούς της ἡ Σάρ­ρα. Δὲ θὰ πα­τή­σω τὸν λό­γο ποὺ σοῦ ἔ­δω­σε ὁ πα­τέ­ρας! Θὰ μεί­νω πι­στὴ στὸν Θε­ὸ τῶν προ­γό­νων μας!»

Πέ­ρα­σαν πά­λι ἀρ­κε­τὰ χρό­νια…

Ὁ κύ­ριος τῆς Σάρ­ρας πέ­θα­νε. Ἡ χή­ρα του ἔ­μει­νε χω­ρὶς πό­ρους κι ἔ­τσι ἀ­ναγ­κά­στη­κε ν’ ἀ­πο­λύ­σει τὴν ὑ­πη­ρέ­τριά της. Ἡ Σάρ­ρα ὅ­μως δὲ δέ­χτη­κε ν’ ἀ­φή­σει τὴν κυ­ρί­α της, ἔ­γι­νε μά­λι­στα τὸ με­γά­λο της στή­ριγ­μα στὰ γε­ρά­μα­τά της. Πῆ­ρε δου­λει­ὲς στὸ σπί­τι, δού­λευ­ε ὣς ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα κι ἔ­τσι ἔ­βγα­ζε ἀρ­κε­τὰ γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ συν­τη­ρεῖ τὴ γριὰ κυ­ρί­α της.

Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἀρ­ρώ­στη­σε καὶ ἔ­με­νε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, ἡ Σάρ­ρα πή­γαι­νε καὶ τὴν ἔ­βλε­πε τα­χτι­κά, τὴ φρόν­τι­ζε σὰ νά ‘ταν μη­τέ­ρα της καὶ ἔ­γι­νε πραγ­μα­τι­κὰ ὁ προ­στά­της της ἄγ­γε­λος.

- Ἐ­κεῖ στὸ τρα­πέ­ζι εἶ­ναι τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, τῆς εἶ­πε κά­ποι­α βρα­διὰ ἡ ἄρ­ρω­στη. Δι­ά­βα­σέ μου ἀ­πὸ ‘κεῖ… Ἡ ψυ­χή μου εἶ­ναι κου­ρα­σμέ­νη καὶ δι­ψά­ει γιὰ ἕ­ναν λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου!

Ἡ Σάρ­ρα ἔ­σκυ­ψε τὸ κε­φά­λι. Πῆ­ρε ὡ­στό­σο τὸ Ἱ­ε­ρὸ Βι­βλί­ο τῶν Χρι­στια­νῶν, τὸ ἄ­νοι­ξε καὶ δι­ά­βα­σε τῆς ἄρ­ρω­στης. Κα­θὼς δι­ά­βα­ζε, ἔ­λε­γε μέ­σα της: «Μὴ φο­βᾶ­σαι, μη­τέ­ρα, ἡ κό­ρη σου δὲ θὰ βα­φτι­στεῖ Χρι­στια­νή… Θὰ τι­μή­σω τὴ θέ­λη­σή σου ἐ­δῶ στὴ γῆ.  Πέ­ρα ἀ­π’ αὐ­τὸ ὅ­μως, στὸν ἄλ­λο κό­σμο, ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ὁ ἴ­διος γιὰ ὅ­λους… Κι ἐ­κεῖ μὲ πε­ρι­μέ­νει ὁ Χρι­στός! Νὰ τὸ ξέ­ρεις…»

Καὶ προ­φέ­ρον­τας τὸ πα­νά­γιο Ὄ­νο­μά Του ἡ Σάρ­ρα ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρη. Κά­τι σὰ βά­φτι­σμα ἀ­πὸ φλό­γες τὴν κυ­ρί­ε­ψε καί, νι­κών­τας τὸ σῶ­μα της, τὴν ἔ­κα­με νὰ λι­πο­θυ­μή­σει.

Ἡ ἄρ­ρω­στη, κα­θὼς τὴν εἶ­δε νὰ λι­πο­θυ­μᾶ, σκέ­φτη­κε:

- Τὴν κα­η­μέ­νη τὴ Σάρ­ρα! Πα­ρα­κου­ρά­στη­κε φρον­τί­ζον­τάς με…

Τὴν πή­γα­νε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κι ἐ­κεῖ ἡ Σάρ­ρα πέ­θα­νε. Τὴν κη­δέ­ψα­νε ὄ­χι στὸν πε­ρί­βο­λο τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου, ὅ­που ἀ­να­παύ­ον­ται μό­νο οἱ Χρι­στια­νοί, μὰ ἀ­νοίξαν τὸν τά­φο της ἔ­ξω, κον­τὰ στὸν τοῖ­χο…

Ὁ ἥ­λιος τοῦ Θε­οῦ ὅ­μως, ποὺ φω­τί­ζει ὅ­λο τὸν κό­σμο, χά­ι­δευ­ε μὲ τὶς ἀ­χτί­δες του τὸν τά­φο τῆς Ἑ­βραι­ο­πού­λας, ὅ­πως δὰ καὶ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους τά­φους… Καὶ ὅ­ταν γι­νό­ταν πα­ρά­κλη­ση πά­νω ἀ­πὸ τοὺς ξέ­νους τά­φους, οἱ ψαλ­μοὶ ἔ­φτα­ναν καὶ στὸν μο­να­χι­κὸ καὶ ἀ­πό­με­ρο τά­φο τῆς Σάρ­ρας, γιὰ νὰ τῆς φέ­ρουν τὸ με­γά­λο μή­νυ­μα τῆς Ἀ­νά­στα­σης, μιὰ καὶ ἡ Ἑ­βραί­α ἤ­ξε­ρε πιὰ κα­λὰ τὰ λό­για τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ ὁ Κύ­ριος τὰ εἶ­χε πεῖ στοὺς ἀ­πο­στό­λους Του:

«Ὁ Ἰ­ω­άν­νης σᾶς βά­φτι­σε μὲ νε­ρό, ἐ­γὼ ὅ­μως θὰ σᾶς βα­φτί­σω μὲ τὴ φω­τιά!» (Ματθ. 3, 11).

Πηγή: Χὰνς Κρίστιαν Ἄντερσεν, ΑΠΑΝΤΑ, τ. Ε΄, ἐκδόσεις Ι. Δ. ΑΡΣΕΝΙΔΗ, Ἀθήνα. 

Ἱστορίες γιὰ (μικρὰ καὶ μεγάλα) παιδιά

 

Ἀντιγραφή-Ἐπιμέλεια: «Ἀντιύλη» - Ἱ. Ν. Ἁγίου Βασιλείου, Πρέβεζα.

E-mail: antiyli.gr@gmail.com.

Σχόλιο ἀπὸ «Ἀντιύλη»: Ὁ Παράκλητος, ἡ Θεία Χάρη, δρᾶ κυριαρχικά, ἐλεύθερα καὶ ὄχι δουλικά. Δὲν ὑπόκειται, ἀλλὰ ὑπερβαίνει (ὅπου δεῖ) τὰ σχήματα τοῦ νῦν αἰῶνος. Ἀναζητεῖ τὰ ἐσκορπισμένα πρόβατα γιὰ νὰ τὰ φέρει στὴ μία ποίμνη τοῦ Χριστοῦ.

«Τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰω. 3, 8). Καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα πνέει σὲ ὅσους θέλει, ὅταν θέλει, σὲ ὅσο βαθμὸ θέλει, μὲ σκοπὸ νὰ ὁδηγήσει στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὄχι σὲ κάποια θολὴ θρησκευτικότητα.

Ὑπάρχει, πλὴν τοῦ κανονικοῦ βαπτίσματος, τὸ βάπτισμα αἵματος (μάρτυρες) καὶ τὸ βάπτισμα πυρός. «Αὐτὸς ἡμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί» (Λουκ. 3, 16). Ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν (Πεντηκοστὴ) εἶναι βάπτισμα πυρός. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ ἡ ἐπισκίασή της ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ Ὑψίστου (Εὐαγγελισμὸς) εἶναι ἕνα εἰδικὸ βάπτισμα ποὺ ἔλαβε μόνο ἡ Παναγία μας (Λουκ. 1, 35).

Κάθε ἄνθρωπος ποὺ εἶναι «ἐκ τοῦ Θεοῦ» καὶ «ἐκ τῆς ἀληθείας», ἀκούει καὶ ἀποδέχεται τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, ὅπου κι ἂν βρίσκεται, ὅπως ἔγινε μὲ τὴ Σάρρα τῆς ἱστορίας τοῦ Ἄντερσεν. «Τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει» (Ἰω. 8, 47· 18, 37· 10, 27). Ἡ δύναμη τοῦ λόγου του εἶναι καταλυτική. Ὅταν κάποιος ἀγαπάει πραγματικὰ τὸ καλό, τὴν ἀλήθεια, ὁ Θεός, «οἷς ἐπίσταται κρίμασι», μὲ τρόπους ποὺ μόνο αὐτὸς γνωρίζει, θὰ τὸν ἑλκύσει «πρὸς ἑαυτόν», ὅσα ἐμπόδια καὶ ἂν παρεμβληθοῦν ἀνάμεσά τους.

Ὁ Ἄντερσεν μᾶς ἐκπλήσσει εὐχάριστα μὲ τὸ ὡραιότατο παραμύθι του. Στηρίζεται ἄραγε σὲ πραγματικὴ ἱστορία; Καθόλου ἀπίθανο. Ἂν ὄχι, ὑποκλινόμαστε στὴν ἐμπνευσμένη φαντασία του. Ὅπως κι ἂν ἔχει, εἶναι συγκλονιστικό!

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

Το παιδί και το αντίδωρο

Μια γλυκιά στιγμή!!! Το παιδί και το αντίδωρο.

Το πρωί σε μία οικογένεια, μας εξιστορεί ένας πατέρας:

Στο σπίτι μας υπάρχει μια όμορφη συνήθεια πριν οτιδήποτε θα κάνουμε την προσευχή μας με τα μικρά παιδιά της οικογένειας όλοι μαζί και έπειτα θα πάρουμε ένα κομματάκι αντίδωρο πριν το πρωινό μας.
Τώρα βέβαια με το άνοιγμα των σχολείων άλλαξε το πρόγραμμα της αφύπνισης και ο μικρότερος όλων μένει μόνος του αφού είναι 2,5 χρονών και δεν ξυπνά τόσο νωρίς.

Κανονικά σήμερα, ξύπνησαν όλοι, έκαναν την προσευχή τους, πήραν το αντίδωρο και το πρωινό τους και έπειτα έφυγαν για το σχολείο.

Όμως κατανάλωσαν το αντίδωρο και δεν έμεινε για τον μικρό, ο οποίος ξύπνησε πήγε στην εικόνα η οποία είναι τοποθετημένη στο πιο χαμηλό σημείο για να μπορεί να την ασπάζεται και έκανε τον δικό του Σταυρό, είπε τρεις φορές το Κύριε Ελέησον, προσπάθησε να πει το Πάτερ ημών και ασπάστηκε την εικόνα του Αγίου του.

Έκατσε λοιπόν στο τραπέζι και ζήτησε όπως κάθε μέρα το κομματάκι από το «μωμι» δηλαδή το αντίδωρο αλλά όμως δεν είχε απομείνει..... Σκεπτόμενος να μην του χαλάσω την καλή αυτή συνήθεια σκέφτηκα χωρίς να με δει να του κόψω ένα κομμάτι ψωμί σε σχήμα κύβου ώστε να του το δώσω.....

Το παίρνει δοκιμάζει και λέει...... «Ά νει ναι καό» στην νεοελληνική «δεν είναι καλό» ...... και συνεχίζει «τεο μωμι εκκησια» δηλαδή θέλω ψωμί από την εκκλησία... Στο άκουσμα ότι δεν έχει άλλο κατέβασε το προσωπάκι του και έφυγε σιωπηλός από το τραπέζι.... Για ακόμη μια φορά πήρα το μάθημα μου από τα μικρά παιδιά.

Δεν ξεγελιέται η αγνή ψυχή εντέλει αδερφοί μου, μπορεί πολλοί να θέλουν να την ξεγελάσουν ή να την πλανέψουν.... Όταν η ψυχή διαθέτει την αγνότητα αλλά και κρατά τον Βάπτισμα της στην πίστη και στην Μυστηριακή ζωή δεν χάνεται, δεν μπορεί να λοξοδρομήσει ότι και πειρασμοί να έλθουν αυτή θα αντιδράσει φυσιολογικά βάσει της πίστεώς της και την αλήθεια της αγνότητας που περιέχει.... Διότι αυτή είναι η φυσιολογική μας θέση.

Αυτή η αγνότητα δεν έχει ηλικία δεν βρίσκεται μόνο στα μικρά παιδιά αλλά ούτε και εξαφανίζεται από όλους τους μεγάλους ηλικιακά.... Αυτή η αγνότητα είναι η πίστη προς Τον Τριαδικό Θεό, είναι το μπόλιασμα που κάνουμε στην ζωή μας, την κοσμική με την πνευματική, είναι αυτή η γλυκιά στιγμή που αντιδρά ηθικά η ψυχή μας σε κάτι που θέλει να μας επηρεάσει.... Ας είναι και ένα κομμάτι «μωμι».

Στα παιδιά βρίσκουμε πραγματικά τον δάσκαλο μας, θα πρέπει να τα μάθουμε πως να σκέπτονται όχι τί να σκέπτονται, αυτό το τί είναι η διδασκαλία τους προς εμάς.....
Η αγνότητα γίνεται ο Άρτος ο Υπερούσιος.

    - Ο Ανάξιος -

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Η ιστορία για τη γέννηση του Χριστού

Στο Εκπαιδευτικό Υλικό Δημοτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας μπορείτε να ανακαλύψετε δεκάδες εκπαιδευτικά και ψυχαγωγικά παιχνίδια, ασκήσεις και κατασκευές που θα βοηθήσουν το παιδί σας να κατανοήσει το νόημα των γιορτών και να μάθει την ελληνική ορθόδοξη παράδοση. Σ’ αυτή τη σελίδα μπορείτε να διαβάσετε την όμορφη χριστουγεννιάτικη ιστορία της γέννησης του Θεανθρώπου.

Πριν πολλά χρόνια, ζούσε σε μια πόλη της Ναζαρέτ μια νέα και καλή γυναίκα που την έλεγαν Μαρία. Μια μέρα, φως πλημμύρισε όλο τον τόπο κι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάστηκε μπροστά της. «Μη φοβάσαι Μαρία», της είπε. «Σου φέρνω ευχάριστα νέα. Ο θεός σε διάλεξε να γίνεις η μητέρα του Γιου του. θα αποκτήσεις ένα μωρό που θα το ονομάσεις Ιησού».

Μαρία & ΙωσήφΣτην ίδια πόλη ζούσε ένας ξυλουργός που τον έλεγαν Ιωσήφ. Ο Ιωσήφ προστάτευε κι αγαπούσε τη Μαρία.
Ο άγγελος παρουσιάστηκε και σε κείνον και του είπε ότι η Μαρία θα έφερνε στον κόσμο το Γιο του θεού. Τότε, εκείνος, γεμάτος χαρά, έτρεξε στη Μαρία και της διηγήθηκε όσα του είπε ο άγγελος.

Άγγελος και Μαρία

Μια μέρα, ήρθε μια διαταγή απ’ τον κυβερνήτη της χώρας. Όλοι οι κάτοικοι έπρεπε να επιστρέψουν στον τόπο που γεννήθηκαν για να μετρηθούν. Ο Ιωσήφ άρχισε ν’ ανησυχεί πολύ. Αυτός και η Μαρία έπρεπε να πάνε στη Βηθλεέμ, μια πόλη που ήταν πολύ μακριά και η Μαρία ήταν έτοιμη να γεννήσει το μωρό της.
το ταξίδι της Μαρίας και του Ιωσήφ

Την άλλη μέρα, μόλις χάραξε, ξεκίνησαν. Ο Ιωσήφ με τα πόδια, η Μαρία καβάλα σ’ ένα γάιδαρο. Ο δρόμος ήταν μακρύς και δύσκολος. Κατάφεραν να φθάσουν στη Βηθλεέμ αργά το απόγευμα. Η πόλη ήταν γεμάτη κόσμο. Ο Ιωσήφ προσπάθησε να βρει κάποιο μέρος για να μείνουν το βράδυ, αλλά όλα τα δωμάτια ήταν γεμάτα. Η Μαρία ήταν τόσο κουρασμένη, που με δυσκολία στεκόταν στα πόδια της.

Παναγία και Χριστός

Στο τέλος, ένας ταβερνάρης τους λυπήθηκε και τους είπε: «Όλα τα δωμάτια είναι γεμάτα, αλλά μπορείτε να μείνετε στο στάβλο μου. Εκεί είναι καθαρά και ζεστά». Ο Ιωσήφ τον ευχαρίστησε και πήγαν στο στάβλο. Ο σανός ήταν μαλακός και μύριζε όμορφα. Η Μαρία και ο Ιωσήφ ήταν κατάκοποι. Έτσι ξάπλωσαν για να ξεκουραστούν.
Εκείνη τη νύχτα, η Μαρία γέννησε το μωρό της. Ήταν αγόρι, όπως το είχε πει ο άγγελος. Το ονόμασαν Ιησού. Η Μαρία το τύλιξε σε μια κουβέρτα και το ξάπλωσε μέσα σε μια φάτνη, που ήταν ζεστά και μαλακά. Η Μαρία και ο Ιωσήφ κοιτούσαν το μωρό με λατρεία. Το ένιωθαν κι οι δυο ότι ήταν ένα ξεχωριστό μωρό.

Οι βοσκοί

Στο λόφο πάνω απ’ την πόλη μερικοί βοσκοί πρόσεχαν τα πρόβατά τους. Ξαφνικά, ο ουρανός γέμισε φως και παρουσιάστηκε ένας άγγελος. Οι βοσκοί έπεσαν στη γη τρομοκρατημένοι. «Μη φοβάστε. Σας φέρνω καλά νέα», τους είπε ο άγγελος. «Σήμερα γεννήθηκε ένα παιδί. Είναι ο Γιος του θεού. Το πιο λαμπρό αστέρι θα σας οδηγήσει να τον βρείτε στη Βηθλεέμ, μέσα σε μια φάτνη».
Οι βοσκοί κοιτούσαν με θαυμασμό τον ουρανό, που είχε γεμίσει με αγγέλους που τραγουδούσαν. Ένα μεγάλο και λαμπερό αστέρι φώτιζε όλη την πλάση. «Πρέπει να πάμε να βρούμε αυτό το παιδί», είπε ο ένας. «Να του πάμε για δώρο ένα απ’ τα νεογέννητα αρνάκια μας». Έτσι, λοιπόν, ακολούθησαν το άστρο κι έφτασαν στη Βηθλεέμ. Βρήκαν τον Ιησού μέσα στο στάβλο, μαζί με τη Μαρία και τον Ιωσήφ. Συγκινημένοι έπεσαν στα γόνατα και του πρόσφεραν το δώρο τους.

Οι μάγοι με τα δώρα

Πολύ μακριά, σε μια χώρα της Ανατολής, ζούσαν τρεις σοφοί άνθρωποι. Μια μέρα, είδαν ένα πολύ λαμπρό αστέρι στον ουρανό. Ήθελαν να μάθουν τι σήμαινε. Έψαξαν στα βιβλία τους για να βρουν την απάντηση. «Ένας νέος και μεγάλος βασιλιάς γεννήθηκε», είπαν. «Αυτό δείχνει το λαμπρό αστέρι». Πρέπει να πάμε να τον βρούμε για να τον προσκυνήσουμε. Το άστρο θα μας οδηγήσει».
Οι τρεις σοφοί ξεκίνησαν για το μακρύ ταξίδι τους. Το άστρο έλαμπε μπροστά τους μέρα και νύχτα. Κάποτε, έφτασαν στο παλάτι του βασιλιά Ηρώδη. Όταν έμαθε ο βασιλιάς πού πήγαιναν οι τρεις σοφοί, δεν ευχαριστήθηκε καθόλου. «Πρέπει να βρείτε το νέο βασιλιά και να μου πείτε πού βρίσκεται», τους είπε χωρίς να δείξει το θυμό του.

η φάτνη

Οι σοφοί ακολούθησαν το άστρο για πολλά χιλιόμετρα μέχρι που αυτό σταμάτησε ακριβώς πάνω απ’ το στάβλο που βρισκόταν ο Ιησούς.
«Ψάχνουμε για το νεογέννητο βασιλιά», είπαν. «Ένα λαμπρό αστέρι μας οδήγησε από πολύ μακριά ως εδώ». Τότε, ο Ιωσήφ τους έδειξε τη φάτνη. Αυτοί κατάλαβαν και γονάτισαν μπροστά στον Ιησού. Του πρόσφεραν πολύτιμα δώρα: χρυσό, λιβάνι και σμύρνα.

Την επόμενη μέρα, οι τρεις σοφοί ξεκίνησαν για το παλάτι του Ηρώδη. Στο δρόμο σταμάτησαν κάπου να ξεκουραστούν. Η κούραση τούς έκλεισε βαριά τα βλέφαρα. Στον ύπνο τους είδαν έναν άγγελο που τους προειδοποίησε: «Μην πάτε στον Ηρώδη! Θέλει να κάνει κακό στον Ιησού!». Έτσι οι σοφοί άλλαξαν δρόμο και δεν πήγαν ποτέ στον Ηρώδη.

Η ιστορία της γέννησης του Χριστού
Η Μαρία και ο Ιωσήφ ήταν πολύ χαρούμενοι και πολύ περήφανοι. Ήξεραν ότι το μωρό τους ήταν στ’ αλήθεια ο Γιος του θεού. Ήξεραν ότι ήταν ξεχωριστός. Κι ακόμη ήξεραν ότι, σαν θα μεγάλωνε, θα ‘χε πολλά να κάνει για τούτο τον κόσμο. Κι όλοι οι άνθρωποι θα τον λάτρευαν σ’ όλη τη γη και θα θυμόντουσαν τη Γέννησή του γιορτάζοντας εκείνη τη μέρα, σαν μια ημέρα ΑΓΑΠΗΣ και ειρήνης.
Αρίθμησε τις εικόνες για να δείξεις με τη σωστή σειρά την ιστορία της Γέννησης του Χριστού. Στη συνέχεια, κόψε και κόλλησε τις εικόνες για να φτιάξεις το δικό σου παραμυθάκι.

infokids.gr

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2020

Ο φύλακας Άγγελός μου

Πώς να μιλήσουμε στα παιδιά για την παρουσία των Αγγέλων στην ζωή μας
Τι είναι οι Άγγελοι:
Είναι Πνεύματα, αποτελούν τον αόρατο (Πνευματικό) κόσμο. Δημιουργήθηκαν από το Θεό πριν από τη δημιουργία του ορατού κόσμου. Δεν έχουν υλικό σώμα όπως εμείς, λέγονται και «Ασώματοι». Δεν έχουν ανάγκη από τροφή και δεν πεθαίνουν.

Τα αγγελικά τάγματα:
Ο αριθμός των Αγγέλων είναι πολύ μεγάλος: «χίλιες χιλιάδες και μύριες μυριάδες» λέει η Αγ. Γραφή. Είναι οργανωμένοι σε 9 τάγματα ή ταξιαρχίες: Άγγελοι, Αρχάγγελοι, Θρόνοι, Κυριότητες, Αρχές, Εξουσίες, Δυνάμεις,Χερουβείμ, Σεραφείμ.

Υπήρχε και ένα άλλο αγγελικό τάγμα, με αρχηγό τον Εωσφόρο. Αυτός εναντιώθηκε στο Θεό λόγω υπερηφάνειας και αποστάτησε, παρασύροντας μαζί του κι άλλους αγγέλους. Μεταβλήθηκαν έτσι σε πονηρά πνεύματα τουςδαίμονες, με αρχηγό τους το Σατανά ή Διάβολο. Μετά την Κρίση, το εκπεσόν αγγελικό τάγμα θα αναπληρωθεί από ους μοναχούς, που διάγουν «ισάγγελη» βιοτή.

Οι υπόλοιποι άγγελοι αγιάστηκαν, κατά χάριν, από το Άγιο Πνεύμα και έμειναν «ακίνητοι», άτρεπτοι προς το κακό.

Οι άγγελοι ως πνευματικά όντα, ούτε πολλαπλασιάζονται, ούτε πεθαίνουν αλλά είναι κατά χάριν αθάνατοι.

Ποιες εἶναι οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις;

Ὁ Θεός, πρίν δημιουργήσει τόν ὑλικό κόσμο δημιούργησε τούς Ἀγγέλους, δηλαδή τίς ἐπουράνιες δυνάμεις. Οἱ Ἄγγελοι εἶναι πνεύματα (χωρίς σῶμα), φωτεινά, ἀθάνατα καί κινοῦνται μέ ὑπερβολική ταχύτητα γι’ αὐτό εἰκονογραφοῦνται μέ φτερά. Δέν ἔχουν ἀνάγκη τροφῆς ἤ ξεκούρασης. Τροφή τους καί ζωή τους εἶναι ἡ θέα τοῦ Θεοῦ.

Στήν Ἁγία Γραφή ἐμφανίζονται συχνά μέ μορφή ἀνθρώπου: Ὡς νέοι μέ ἀστραφτερά ἐνδύματα στήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ὡς οὐράνιοι ἀγγελιαφόροι στόν Ζαχαρία, στή Θεοτόκο, στόν Ἰωσήφ, στούς Μάγους.
.....................
Οἱ Ἄγγελοι, μέ ἐντολή τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά παρουσιασθοῦν ὡς ὑπερασπιστές, θεραπευτές, ὑπηρέτες, τιμωροί, συνταξιδιῶτες, τροφοδότες.

Ποιό εἶναι τό ἔργο τῶν Ἀγγέλων;

Το κύριο έργο των Αγγέλων: Να δοξολογούν και να υμνολογούν ασταμάτητα το Θεό. Δεν τους το επέβαλε ο Θεός σαν εντολή, αλλά αυθόρμητα πηγάζει από τους ίδιους, καθώς ατενίζουν το κάλλος του Θεού και τα μεγαλεία της Δημιουργίας Του.

Δευτερεύον έργο τους

  • Μετά τη δημιουργία του ανθρώπου και την Πτώση, υπηρέτησαν το μυστήριο της Θείας Οικονομίας (της σωτηρίας του ανθρώπου).
  • Διακόνησαν τον Ιησού Χριστό στο επίγειο έργο Του για τη σωτηρία του ανθρώπου.
  • Παρίστανται και διακονούν αοράτως το άγιο Θυσιαστήριο την ώρα της Θείας Λειτουργίας.
  • Παραλαμβάνουν τις ψυχές των δικαίων, όταν αυτές χωρίζονται από το σώμα την ώρα του θανάτου.
  • Καθένας μας έχει την προστασία ενός Αγγέλου, που μας φυλάει από κάθε κακό, προσεύχεται μαζί μας και μεταφέρει τις προσευχές μας στο θρόνο του Θεού.
Εἴδατε πόσο συγκινητική εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ! Στέλνει τόν ἀγγελό του γιά νά ἐνισχύσει τόν πιστό του δοῦλο.
Τό ἴδιο ἔχει κάνει καί μέ ὅλους ἐμᾶς. Μετά τό ἅγιο Βάπτισμα, ἔχουμε ἕνα φωτεινό φύλακα ἄγγελο.

Ο φύλακας-Άγγελός μας

Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκει ὅτι κάθε Χριστιανός ἔχει τόν προσωπικό του φύλακα Ἄγγελο. Ὁ Ἄγγελος αὐτός εἶναι ὁ πιό πιστός μας φίλος, ὁ πιό στοργικός μας ἀδελφός, ἐκτός ἄν ἐμεῖς τόν διώξουμε μέ τά πονηρά μας ἔργα. Μᾶς παραστέκει στίς δυσκολίες κι ἁπαλύνει τούς πόνους μας. Πανηγυρίζει στίς χαρές καί στίς ἐπιτυχίες μας. Εἶναι ὁ ἄγρυπνος φρουρός μας νύχτα καί μέρα. Μᾶς παρακολουθεῖ μέ ἀγάπη ὅλες τίς ὧρες καί τίς στιγμές τῆς ζωῆς μας.

Καί ὅλα αὐτά μέ προοπτική τήν εἴσοδό μας στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
.................
περισσότερα εδώ

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020

Η ιστορία του Αγίου Δημητρίου, για παιδιά

Ο ένδοξος μεγαλομάρτυρας Δημήτριος έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων της Ρώμης Διοκλητιανού (284-304) και Μαξιμιανού (286-305). Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Από τους γονείς του πήρε την ευσέβεια και ο ίδιος υπήρξε διδάσκαλος της χριστιανικής πίστης.
Όταν κάποτε ο Μαξιμιανός πήγε στη Θεσσαλονίκη, ακούγοντας όσα έλεγαν όλοι για την αρετή και τη μεγάλη πίστη του Δημητρίου στον Θεό, διέταξε και τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν.
Ο αυτοκράτορας αυτός καμάρωνε για έναν άντρα, με τ' όνομα Λυαίος, που ήταν γιγαντόσωμος και πολύ δυνατός και τους ξεπερνούσε όλους. Ο Μαξιμιανός θέλοντας να τιμήσει το Λυαίο, παρακινούσε τους Θεσσαλονικείς να μπουν στο στάδιο και να παλέψουν μαζί του.
🌼🌼🌼🌼🌼🌼🌼🌼
η συνέχεια εδώ: religious

youtube


Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Σάββατο 29 Αυγούστου 2020

Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος

Σκέφτηκα πολύ μέχρι να πάρω την απόφαση και να γράψω για αυτό τον μεγάλο Άγιο. Αυτόν τον μέγιστο προφήτη, όπως Είπε και ο Ίδιος ο Σωτήρας μας για τον Άγιο Ιωάννη με τούτα τα λόγια:

Ο Άγιος Ιωάννης θα είναι ο Αρχάγγελος Ταξιάρχης
στη θέση του έκπτωτου εωσφόρου.
«Τι εξήλθατε εις την έρημον θεάσασθαι; κάλαμον υπό ανέμου σαλευόμενον; αλλά τι εξήλθατε ιδείν; άνθρωπον εν μαλακοίς ημφιεσμένον; ιδού οι τα μαλακά φορούντες εν τοίς οίκοις των βασιλέων εισίν. αλλὰ τι εξήλθατε ιδείν; προφήτην; ναι, λέγω υμίν, και περισσότερον προφήτου. ούτος έστιν περὶ ου γέγραπται, Ιδοὺ εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου. αμὴν λέγω υμίν, ούκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου τού βαπτιστού.»

Δηλαδή:
Τι βγήκατε να δείτε στην έρημο; Kαλάμι που σαλεύει στον άνεμο; Αλλά τι βγήκατε τότε να δείτε; άνθρωπο ντυμένο με ρούχα πολυτελή; Εκείνοι που φορούν πολυτελή ρούχα, στα παλάτια των βασιλιάδων βρίσκονται. Αλλά τότε; τι βγήκατε να δείτε; Προφήτη; Σας λέω, Ναι! Είναι μάλιστα περισσότερο κι από προφήτης. Γιατί αυτός είναι εκείνος για τον οποίο γράφτηκε: Δες! Εγώ στέλνω τον αγγελιοφόρο μου πριν από εσένα. Και αυτός θα προετοιμάσει τον δρόμο που θα διαβείς. Σας βεβαιώνω ότι καμιά γυναίκα δεν κυοφόρησε ποιο σπουδαίο από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.


Δικαίως λοιπόν μπαίνει δίπλα στον Σωτήρα μας σε όλες τις Εκκλησιές. Φοβήθηκα που πήρα την απόφαση να γράψω, γιατί με τέτοια πρόσωπα της Εκκλησίας μας πρέπει να είσαι ακριβής! Δεν αρκεί να τον παινέψεις τον Άγιο.
Ο Άγιος Ιωάννης και Τίμιος πρόδρομος δεν χαμπάριαζε από αλεπουδοευγένειες και κολακείες ούτε όταν ζούσε. Ήταν σκληροτράχηλος, μεγαλωμένος στην έρημο και ολοένα έλεγε «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» δηλαδή: Μετανιώστε για τις αμαρτίες σας πλησιάζει η βασιλεία των ουρανών. Φώναζε δε, όσο δυνατά μπορούσε για να τον ακούσουν όλοι οι άνθρωποι.

Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ήταν Γιός του προφήτη Ζαχαρία και της Ελισάβετ. Γεννήθηκε στις 24 του Ιούνη έξι μήνες δηλαδή, πριν γεννηθεί ο Σωτήρας μας. Η Ελισάβετ είχε συγγένεια με τη Θεοτόκο. Όταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφτηκε την Παναγία που ζούσε στη Ναζαρέτ και της είπε ότι θα γεννήσει τον Σωτήρα μας, της αποκάλυψε για την Ελισάβετ που ζούσε στην Ιουδαία της Παλαιστίνης ότι είναι 6 μηνών έγκυος και θα γεννήσει τον Τίμιο Πρόδρομο. Όταν η Θεοτόκος μετά από ένα μήνα επισκέφτηκε την Ελισάβετ, ο Άγιος Ιωάννης που ήταν στην κοιλιά της μάνας του, κλωτσούσε συνέχεια για να δώσει και αυτός τον χαιρετισμό του στον Αναμάρτητο Χριστό μας που κυοφορούσε τότε η Παναγιά μας. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Ο Ζαχαρίας, πατέρας του Τιμίου Προδρόμου και ενδόξου Βαπτιστή Ιωάννου είχε καημό μεγάλο γιατί δεν είχε παιδί. Προσπαθούσε συνέχεια με την γυναίκα του χωρίς αποτέλεσμα. Προσευχόταν στον Θεό με πόνο παραθέτοντας τις ελπίδες του σε Αυτόν, πέρασαν όμως τα χρόνια. Άσπρισαν τα μαλλιά του. Το ίδιο και της γυναίκας του. Είδε και αποείδε το άφησε τελείως μετά. Γέροντας είχε γίνει. Ο Θεός όμως ποτέ δεν ξεχνάει τις δίκαιες και γεμάτες πόνο προσευχές. Ποτές δεν αποστρέφει το βλέμμα Του, από ανθρώπους που στηρίζονται εντελώς στο όνομα Του. «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».
Μια μέρα και ενώ βρισκόταν στον Ναό του Σολομώντα ο Ζαχαρίας. Του έπεσε ο κλήρος να θυμιάσει το θυσιαστήριο. Μπήκε λοιπόν μέσα στο Θυσιαστήριο και καθώς ευωδίαζε ο λιβανωτός βλέπει μέσα στο θυσιαστήριο στη δεξιά μεριά μια απαστράπτουσα ουράνια ύπαρξη. Ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Φοβήθηκε-ταράχτηκε και τότε μίλησε ο Αρχάγγελος και του είπε: μη φοβάσαι Ζαχαρία, ο Θεός με έστειλε για να σου πω ότι οι προσευχές σου εισακούστηκαν. Θα γεννήσεις προφήτη που όμοιος του δεν υπήρξε ποτέ. Θα έχει το χάρισμα του προφήτη Ηλία και θα προετοιμάσει την οδό του Κυρίου. Το όνομα αυτού Ιωάννης. Θα επαναφέρει στο σωστό δρόμο πολλούς ανθρώπους του Ισραήλ. Ο Ζαχαρίας όμως βλέποντας ότι είχε πλέον γεράσει αυτός και η γυναίκα του, είπε: Μα πως θα γίνει αυτό εγώ γέρασα, το ίδιο και η γυναίκα μου.

Ο Αρχάγγελος του είπε: ο Θεός που στέκομαι δίπλα του, αυτό μου μήνυσε να σου αναγγείλω και αφού δεν πίστεψες αμέσως στον Λόγο Του, θα μείνεις κωφάλαλος μέχρι να γεννηθεί το παιδί. Αυτά είπε και έφυγε. Πράγματι από εκείνη τη στιγμή ούτε άκουγε ούτε μιλούσε. Καθυστέρησε δε, να βγει και από το θυσιαστήριο και ο κόσμος που περίμενε ανησύχησε. Τον αγαπούσαν τον Ζαχαρία οι άνθρωποι γιατί ήταν δίκαιος και γλυκομίλητος. Παρόλα αυτά βρήκε κουράγιο, θύμιασε το θυσιαστήριο και πήγε στο σπίτι του με τη γυναίκα του και τους συγγενείς του, οι οποίοι απόρησαν που ξαφνικά ούτε να μιλήσει ούτε να ακούσει μπορούσε. Αυτό κράτησε μέχρι που γεννήθηκε ο Ιωάννης, όπως του είχε πει ο Αρχάγγελος.
Όταν Γεννήθηκε ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και μόλις συμπλήρωσε 16 χρόνους έφυγε για την έρημο της Ιουδαίας. Πήγε να μονάσει εκεί. Λένε ότι έτρωγε μέλι που άφηναν τα άγρια μελίσσια μέσα στις σχισμές των πετρών και ακρίδες. Οι ακρίδες μπορεί να είναι τα ζωύφια που όλοι γνωρίζουμε σήμερα, αλλά το ποιο λογικό είναι να εννοεί τις άκρες που υπάρχουν στις κορυφές κάποιων χόρτων που βρισκόταν εκεί στην έρημο. Η ενδυμασία του ήταν λιτή. Φορούσε μάλλινο ένδυμα από τρίχα καμήλας και στη μέση του είχε ζώνη δερμάτινη. «το ένδυμα αυτού από τριχών καμήλου και ζώνην δερμάτινην περί την οσφύν αυτού, η δε τροφή αυτού ην ακρίδες και μέλι άγριον».

Σε ηλικία 30 χρόνων κατά θεία εντολή πηγαίνει στον Ιορδάνη ποταμό και αρχίζει να διδάσκει. Βάπτισε πολύ κόσμο τότε. Πλήθη ερχόταν καθημερινά και έπαιρναν βάπτισμα μετανοίας από τα χέρια του Αγίου. Αυτός συνέχεια φώναζε: «εγώ μεν υμάς βαπτίζω εν ύδατι εις μετάνοιαν. ο δε οπίσω μου ερχόμενος ισχυρότερός μου έστιν, ου ουκ ειμὶ ικανὸς τα υποδήματα βαστάσαι. αυτὸς υμάς βαπτίσει εν πνεύματι αγίῳ και πυρί.» Δηλαδή: Μετανοείτε εγώ σας βαπτίζω με νερό. Αυτός που Έρχεται, είναι τόσο ισχυρότερος που ούτε τα υποδήματα Του είμαι άξιος να κρατάω, Αυτός θα σας Βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο και Φωτιά.
Μια μέρα εμφανίστηκε μπροστά του Ο Σωτήρας μας και τον είπε να τον Βαπτίσει. Ο Άγιος όμως του λέει εγώ να βαπτίσω εσένα; Εσύ πρέπει να Βαπτίσεις εμένα. Εγώ δεν είμαι άξιος ούτε το λουρί από το Σανδάλι Σου να λύσω. Ο Χριστός μας όμως του είπε ότι έτσι πρέπει να γίνει. Φυσικά ο Ιωάννης πειθαρχεί στο Θέλημά Του. Ο Ιωάννης είχε αποκτήσει μαθητές που τους προέτρεπε μόλις εμφανίστηκε ο Χριστός να ακολουθήσουν πλέον Αυτόν και να φύγουν από κοντά του. Εδώ φαίνεται η ταπεινότητα του λέγοντας στους μαθητές του να ακολουθήσουν τον Σωτήρα μας. Όταν ο Σωτήρας μας Βαπτίστηκε, βυθίστηκε μέσα στο νερό και αμέσως ανεγέρθηκε επάνω από τα ύδατα του Ιορδάνη ποταμού γιατί ήταν αναμάρτητος. Ούτε τα νερά μπόρεσαν να τον σκεπάσουν.
Άρχισαν δε να παίρνουν διαφορετική φορά από αυτή που ακολουθούν. Δηλαδή έρεαν ανάποδα. Το ίδιο γίνεται ακόμη και σήμερα, κάθε φορά στα Θεοφάνεια που πέφτει ο σταυρός μέσα στα ύδατα του Ιορδάνη. Τα νερά πηγαίνουν αντίθετα. Ποιος σώφρον άνθρωπος που βρισκόταν εκεί και είδε και άκουσε όλα αυτά έμεινε αδιάφορος και δεν πίστεψε; Γιατί υπήρχε πλήθος κόσμου όταν βαπτιζόταν ο Χριστός μας. Η Αγία Τριάδα εμφανίστηκε πλήρης! Η Φωνή Του Πατρός που Έλεγε: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα». Ο Σωτήρα μας, ο Υιός του Θεού να εγείρεται από τα ύδατα σαν να τον σηκώνει χέρι αόρατο. Το Άγιον Πνεύμα σε μορφή Λευκής Περιστεράς να κάθεται στην Κεφαλή του Σωτήρα μας. Ποιος έζησε όλα αυτά τα γεγονότα και δεν τον άγγιξε τίποτα; Θα μου πείτε οι οβραίοι βλέπουν κάθε χρόνο να γυρίζουν τα νερά όταν βουτάνε τον Σταυρό οι Ορθόδοξοι Ιερείς και ακόμα δεν πίστεψαν. Επίσης θα δείτε σε κάποιες εικόνες της βάπτισης του Σωτήρα μας να έχει κάτω από το νερό τερατόμορφα ψάρια. Με την Βάπτιση Του καθαρίζουν όλα τα νερά και δεν υπάρχει τίποτα κακό.
Η εμφάνιση, ο ασκητικός βίος του, τα κηρύγματα και οι βαπτίσεις μετάνοιας προκάλεσε την προσοχή του Μεγάλου Συνεδρίου των Εβραίων που έστειλε ανθρώπους για να δει τι συνέβαινε, η οποίοι έλαβαν ως απάντηση «φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ευθύνατε την οδόν Κυρίου»
Όπως ήταν φυσικό, τα τίμια λόγια του Προδρόμου ενοχλούσαν τις διεφθαρμένες συνειδήσεις των Φαρισαίων καθώς και του Ηρώδη που τον ρεζίλευε συνέχεια για την παράνομη συμβίωσή του με την σύζυγο του αδελφού του Ηρώδη Φιλίππου, την Ηρωδιάδα.
Ο Ηρώδης φυλάκισε τον Άγιο Ιωάννη αλλά δεν ήθελε να τον θανατώσει γιατί ήξερε ότι είχε δίκιο αλλά εκτός αυτού φοβότανε και τον λαό που αγαπούσε τον βαπτιστή τους. Στα γενέθλιά του ζήτησε από την κόρη της Ηρωδιάδας τη Σαλώμη η οποία ήταν ελαφρών ηθών, να του χορέψει και της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ότι του ζητήσει. Η Ηρωδιάδα, η μητέρα της, που μισούσε τον Ιωάννη, βρήκε τότε την ευκαιρία που αναζητούσε όπου προέτρεψε τότε την κόρη της να ζητήσει το κεφάλι του προφήτη Ιωάννη μέσα σ΄ ένα πινάκιο (πιάτο). Όταν ήρθε η κεφαλή του Τίμιου Προδρόμου μπροστά της. ζήτησε αυτό το τρισάθλιο και ελεεινό γύναιο, να τρυπήσουν τη γλώσσα του Ιωάννη με μια βελόνα. Καταλαβαίνεται πόσο μισούσε η αθλιότητα της, τον Βαπτιστή για τις αλήθειες που ξεστόμιζε. Η γλώσσα έκανε ένα σπάσιμο και ακούστηκε ξανά η φωνή του Βαπτιστή που είπε δυνατά «μετανοείτε». Μέχρι την τελευταία στιγμή, ακόμα και μετά τον Θάνατο του, προειδοποιούσε ο Άγιος Ιωάννης και Τίμιος Πρόδρομος, ο νουνός του Σωτήρα μας να μετανιώσουμε. Τι άλλο μπορούσε να κάνει παραπάνω για την ανθρωπότητα ο Μεγάλος αυτός Άγιος;
Ο Άγιος Ιωάννης δεν προετοίμασε μόνο τον δρόμο του Σωτήρα μας στη γη αλλά και στον Άδη. Τότε δεν είχαν δικαίωμα εισόδου οι ψυχές στον Παράδεισο ήταν επτασφράγιστες οι πύλες που οδηγούσαν προς την Άνω Ιερουσαλήμ, από ισχυρούς δαίμονες και άλλα ταγκαλάκια του εωσφόρου. Ο Άγιος Ιωάννης πήγε στον Άδη και εκεί δίδαξε και προφήτεψε και πάλι τον ερχομό του Σωτήρα μας. Ο Αδάμ λένε άκουσε τα βήματα του πλάστη του πρώτος! Φώναξε ο Σωτήρας μας στον Άδη.
Όποιος θέλει ας με ακολουθήσει και κατευθύνθηκε στις επτασφράγιστες πύλες. Άρατε πύλες διέταξε. Ποιος είσαι; φώναξαν οι δαίμονες. Κύριος ο Θεός σου, ο Υιός του Θεού Είπε. Ποιον να σταματήσουν Τον Αναμάρτητο; Ποιον πήγανε να σταματήσουν οι φοβεροί δαίμονες Το Θεό; Μετά από αυτό άδειασε ο Άδης. Ο εωσφόρος τρελάθηκε. Τι είναι αυτό πόπαθα ολοένα έλεγε μαστιγώνοντας τους άλλους δαίμονες. Γι΄ αυτό σε κάποιες εικόνες βλέπουμε τον Άγιο Ιωάννη να βρίσκεται στην είσοδο μιας σπηλιάς και να δείχνει με το δεξί του χέρι τον Χριστό μας, ο οποίος κατευθύνεται προς τα εκεί.
Ο Άγιος Ιωάννης θα είναι ο Αρχάγγελος ταξιάρχης στη θέση του έκπτωτου Εωσφόρου. Το τάγμα που θα αντικαταστήσει η ανθρωπότητα. Για τον λόγω αυτό βλέπουμε σε κάποιες εικόνες του να έχει φτερά και να κρατάει το πινάκιο με την κεφαλήν του επάνω σε αυτό.
Αυτός είναι ο Άγιος Ιωάννης και ας με συγχωρήσει ο Θεός για την φτηνή περιγραφή που έδωσα στον Πρόδρομο Του.
Τον Άγιο Ιωάννη τον Γιορτάζουμε μια φορά την 23 Σεπτέμβρη που έγινε η σύλληψη του, μια φορά στις 24 Ιουνίου που είναι το γενέθλιο του, μια στις 29 Αυγούστου που είναι ο Αποκεφαλισμός του και μια στις 7 Ιανουαρίου που είναι η σύναξή του.

ΜΗΠΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΝΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ;

Αθανάσιος Νάκος.
Υπολοχαγός Πεζικού

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

Η Παναγία Σουμελά για γονείς και παιδιά

Στο πανέμορφο βουνό της Μακεδονίας Βέρμιο, στη καταπράσινη πλαγιά της Καστανιάς στη Βέροια, ανακαλύπτεις με συγκίνηση, ύστερα από σύντομη τραχιά ανάβαση, το ιερό προσκύνημα της Παναγίας Σουμελά. Είναι το προσκύνημα που έστησε και ύψωσε εδώ η πονεμένη ψυχή των Ελλήνων του Πόντου, για να τους θυμίζει το πάνσεπτο προσκύνημά τους στην πάτρια γη, κοντά στην Τραπεζούντα του Πόντου. Πώς μπορούσαν να ζουν πρόσφυγες – ακόμα και στη Μάνα Ελλάδα – χωρίς την παρηγοριά τους, χωρίς την χαρά τους, τη δόξα τους και στο στήριγμά τους, την Παναγιά «τους»;

Νωρίς – νωρίς χτίσθηκε το Μοναστήρι, εκείνο το πρώτο, στη γη του Πόντου (4ος αι. μ.Χ. [άλλη εκδοχή το τοποθετεί στον 9ο αι.]). Χτίσθηκε σε απότομο βουνό – το Μελά – στο Σπήλαιο μιας κατάφυτης απόκρημνης βουνοκορφής, κοντά στον ποταμό Πυξίτη. Εκεί ζήτησε η Παναγία από τους Αθηναίους μοναχούς Βαρνάβα και Σωφρόνιο να βρουν την εικόνα της – έργο του Ευαγγελιστή Λουκά – φερμένη στα απρόσιτα εκείνα βουνά, με άγνωστο γι’ αυτούς θαυμαστό τρόπο, από τη Βοιωτία κι εκεί να υψώσουν Ναό. Κι αυτοί βάδισαν μέρες και μέρες με δύσκολες και αντίξοες συνθήκες, σε άγνωστους γι’ αυτούς μακρινούς τόπους, έχοντας για οδηγό τη θέληση της Μητέρας του Θεού. Ώσπου έφτασαν εκεί που Εκείνη θέλησε. Στου Μελά. Με ρίγη συγκινήσεως είδαν στο βάθος μιας σπηλιάς την αστραπόμορφη παρουσία της γνωστής τους Παναγίας της Αθηνιώτισσας. Τελείωσε πια η αναζήτηση. Εκεί ήθελε η Παναγία να μείνει. Τούτους τους τόπους να προστατεύσει και να μεγαλύνει. Η θαυμαστή ανάβλυση του αγιάσματος στον τόπο που ήταν η ιερή Εικόνα της, με τις ιαματικές μέχρι τώρα ιδιότητές του, ήταν βέβαιο σημάδι της παρουσίας της.

Κι άρχισε το μεγάλο έργο. Μικρή εκκλησία στην αρχή, να τοποθετηθεί η εικόνα, να προσκυνείται. Κι ύστερα πήρε να υψώνεται το Σπίτι της Παναγίας. Ήταν τότε τα χρόνια της ακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κι έργα σαν και αυτό είχαν πολλούς χορηγούς κι επισήμους. Έτσι το Μοναστήρι μεγάλωσε κι η πνευματική ακτινοβολία του απλώθηκε. Και σιγά – σιγά έγινε το κέντρο του Χριστιανικού Πόντου. Όχι μόνο της Τραπεζούντας, αλλά και όλων των γύρω ελληνικών πόλεων. Πόλος έλξης η γλυκιά Παναγιά, που ένωνε με την κοινή πίστη όλους τους Έλληνες του Πόντου. Λαξεμένο το καθολικό της Μονής όλο μέσα στο βράχο (με το ιερό μόνο έξω) και υψωμένο πάνω στο βράχο το τετραώροφο επιβλητικό, μεγαλόπρεπο Μοναστήρι. Το Μοναστήρι της Παναγίας στο όρος Μελά, της Παναγίας Σουμελά [εις του Μελά – Στου Μελά – Σου Μελά (ποντιακά)], έγινε σύντομα σύμβολο του Χριστιανισμού και Ελληνισμού του Πόντου.
.
Γνώρισε δόξες, γνώρισε μεγαλόπρεπες βυζαντινές τελετές, ανακούφισε και ενίσχυσε ψυχές, σπουδαίο κέντρο παιδείας έγινε, ώσπου ήρθε η θύελλα. Μια θύελλα πρωτόγνωρη. Είχε κι άλλοτε αντιμετωπίσει καταστροφές. Μα αυτή… Είναι βλέπεις κάποιοι κατακτητές που δεν σέβονται ούτε ιερό ούτε άγιο κανένα. Βρισκόμαστε στην περίοδο 1908-1922. Με τις πιο αποτρόπαιες μορφές βίας ξερίζωσαν οι Τούρκοι τον Ελληνισμό του Πόντου. Διωγμοί, σφαγές, φρίκη… Τον Αύγουστο του 1923 διώχθηκαν κι οι μοναχοί του Μοναστηριού. Ύστερα αυτό παραδόθηκε στην ανελέητη καταστροφή…
.
Κι ήρθαν πρόσφυγες οι Έλληνες του Πόντου, κατατρεγμένοι και εξαθλιωμένοι, στην Ελλάδα την πληγωμένη. Μα η καρδιά τους ήταν εκεί. Είχαν αφήσει πίσω την Παναγία τους. Πώς θα ζούσαν χωρίς Αυτήν;
.
Αλλά κι Εκείνη τους συμπαραστεκόταν, ζούσε τον πόνο τους, ένοιωθε τη λαχτάρα τους. Γιατί, πώς έγινε και δέχθηκαν οι τουρκικές αρχές το 1931 με ειδική άδεια να επανέλθει στο κατακαμένο Μοναστήρι ο πρόσφυγας ιερομόναχος της Μονής Σουμελά Αμβρόσιος… Έφθασε. Και με δακρυσμένα μάτια και την καρδιά να χτυπά γοργά κατευθύνθηκε στο μέρος που μόνο εκείνος γνώριζε. Στην κρύπτη, κάτω από το έδαφος, στο μικρό εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας, ένα χιλιόμετρο πιο πέρα από το Μοναστήρι. Είχαν φυλάξει με πόνο ψυχής εκεί, μόλις άρχισαν οι διωγμοί και οι σφαγές των Ελλήνων του Πόντου, τα άγια κειμήλια της Μονής, ανάμεσά τους και την σεπτή εικόνα της Παναγίας. Με ανείπωτη συγκίνηση για το θησαυρό που κρατούσε γύρισε στην Ελλάδα. Η ιερή εικόνα ασφαλίστηκε τότε στο Βυζαντινό Μουσείο. Και παρέμεινε εκεί μέχρι το 1951.
.
Οι Έλληνες του Πόντου, οι πρόσφυγες, ανακουφίστηκαν. Μα δεν ησύχασαν. Έπρεπε να φτιάξουν το νέο Σπίτι της Παναγίας, αντάξιο στη μεγαλοσύνη της, την αγάπη και την προστασία της. Έτρεξαν, έψαξαν, αναζήτησαν τόπο που να τους θυμίζει, έστω λίγο, τους ευλογημένους τόπους του Πόντου, τους απόκρημνους, τους επιβλητικούς, αυτούς που είχε διαλέξει για να δοξάσει η ίδια η Παναγία. Τέλος το κατόρθωσαν. Σε μια πλαγιά του Βερμίου, εκεί ταίριαζε να στήσουν το νέο προσκύνημα. Εμπνευστής και πρωτεργάτης σε όλη αυτή την ιερή προσπάθεια ο εκ Πόντου γιατρός Φίλων Κτενίδης. Έχοντας ο ίδιος προσωπική εμπειρία της προστασίας της Παναγίας Σουμελά και διαπνεόμενος από της φυλής τα άγια ιδανικά, με ακατάβλητη τη δύναμη της ψυχής ξεκίνησε το μεγάλο έργο. Κοντά του γρήγορα βρέθηκαν και άλλοι που τους ένωνε οι κοινός πόνος και πόθος.

Στις 12 Αυγούστου 1951 με λαμπρές γιορτές – «τιμές Βασιλίσσης» – μεταφέρθηκε η εικόνα της Παναγίας για την τελετή της θεμελιώσεως του Ναού του μελλοντικού προσκυνήματος της Παναγίας Σουμελά, στην Καστανιά Βέροιας. Το έστησε και τούτο το προσκύνημα η πατροπαράδοτη βαθιά ευλάβεια του Ελληνισμού του Πόντου. Πλήθη κόσμου συγκεντρώνονται από τότε στην ιερή μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, 15 Αυγούστου. Έλληνες από όλα τα μέρη, κυρίως όμως Έλληνες του Πόντου εντός και εκτός Ελλάδας. Συγκεντρώνονται να θυμηθούν τα παλιά. Να γνωρίσουν οι νεότερες γενιές την ιστορία τους. Να αισθανθούν τη βαθύτερη σχέση των Πατέρων τους με την Πίστη, με την Εκκλησία, που με τους άξιους εκπροσώπους της συμπαραστεκόταν σ’ όλους τους πόνους και τις δοκιμασίες τους.
Πήγαινε και συ να προσκυνήσεις στην Παναγία Σουμελά. Έναν άλλο αέρα θα αναπνεύσεις. Κάτι ιδιαίτερο θα αισθανθείς. Ο πόνος του Πόντου που θα σε εγγίσει είναι πόνος για όλο τον Ελληνισμό. Και η Παναγία Σουμελά είναι για όλο τον Ελληνισμό Μάνα και Προστάτης.
από το περιοδικό «Προς την Νίκην» τεύχ. 711,  εδώ

(για να μαθαίνουμε στα παιδιά μας την ιστορία της φυλής μας και να τους μεταδίδουμε την αγάπη για τις αλησμόνητες πατρίδες…)

antexoume

Η παραβολή του μεγάλου δείπνου

Κάποτε ο Χριστός ήταν καλεσμένος σε ένα τραπέζι και συζητούσε με όσους βρίσκονταν εκεί για το ποιους πρέπει να καλεί ένα...